Λευκές σελίδες

Αν δεν είχα συμπαθήσει τόσο πολύ τον θείο μου δεν θα ασχολιόμουν καν με το βιβλίο του.
Τα σέβομαι τα βιβλία, εκτιμώ την αξία τους και αισθάνομαι ένα αόριστο δέος για αυτά, καθώς και για όσους τα διαβάζουν. Αλλά η δική μου σχέση μαζί τους ποτέ δεν ήταν και τόσο προσωπική. Κοντολογίς, δεν διαβάζω, πέρα από τα σχολικά που μου χρειάζονται για να περάσω σε καμιά σχολή. 
Δεν είναι ότι δεν μου αρέσει το διάβασμα. Απλώς προτιμώ όταν είμαι στο σπίτι και έχω ελεύθερο χρόνο να παίζω κανά παιχνίδι στον υπολογιστή ή να βλέπω καμιά ταινία. Στο κάτω κάτω, εννιά μήνες τον χρόνο παιδεύομαι με τα μαθήματα του σχολείου. Και αν βάλεις και το διάβασμα των φροντιστηρίων, ε, μιλάμε για υπερβολική δόση. Το τελευταίο πράγμα που ήθελα στις καλοκαιρινές διακοπές ήταν να συνεχίσω να βλέπω αραδιασμένες παραγράφους στο χαρτί.
Αλλά είχα ραγίσει το πόδι μου στο ποδόσφαιρο και η καλοκαιρινή διασκέδαση είχε αντικατασταθεί με ανάρρωση στο κρεβάτι. Θα περνούσα τουλάχιστον δύο εβδομάδες ακινησίας, όπως είπε ο γιατρός. Προσπάθησα να προετοιμαστώ όσο καλύτερα μπορούσα: η τηλεόραση ήταν μονίμως ανοικτή, ο υπολογιστής σε ένα τραπεζάκι δίπλα από το κρεβάτι, και το κινητό ετοιμοπόλεμο για να λέω μερικές κουβέντες. Και πάνω στο κομοδίνο, το μοναδικό βιβλίο της περιοχής, εκείνο που μου είχε φέρει ο θείος μου.
Το γιατί το δανείστηκα, το παραδέχομαι, ήταν γιατί ντράπηκα. Δεν ήθελα να φανώ σαν ένας ακόμα ρηχός έφηβος στα μάτια του θείου μου, που είχε εμφανιστεί πολύ ξαφνικά στην ζωή μας. Ζούσε στο εξωτερικό και συχνά άλλαζε χώρες δουλεύοντας σε κάτι που είχε σχέση με τις πωλήσεις στις τέχνες ή κάτι τέτοιο, δεν είχα καταλάβει ακριβώς. Είχε επιστρέψει για να δουλέψει εδώ μερικά χρόνια και μετά να ξαναφύγει, και τον είχα συμπαθήσει αμέσως.
Βλέπετε, αυτός ο θείος ήταν ένας σαραντάρης με γκριζαρισμένα μαλλιά αλλά νεανικό πρόσωπο και φοβερούς τρόπους. Άνετος, κομψός, από αυτούς τους θείους που δεν έχεις κανένα πρόβλημα να τον φέρεις στην παρέα σου ή ακόμα και να κυνηγήσετε μαζί κανά θηλυκό. Είχε ένα πολύ συγκροτημένο λόγο και έμοιαζε με μια αστείρευτη πηγή γνώσεων, τόσο που να νομίζω πως έχει διαβάσει τα πάντα. Δεν το είχε κάνει –με διαβεβαίωνε για αυτό- αλλά τα καλά βιβλία ήταν από τις αγαπημένες του ασχολίες. Είχε καλλιεργηθεί τόσο πολύ που, παρά την απλοϊκή και μοντέρνα του συμπεριφορά, προκαλούσε ένα δέος στους υπόλοιπους της οικογένειας. Ε, δεν μπορούσα παρά να του πω ψέματα ότι κι εμένα μου αρέσει το διάβασμα, απλώς δεν είχα χρόνο για να το κάνω.
Ήταν πολύ έμπειρος φυσικά για να με πιστέψει. Έδινε την εντύπωση πως διάβαζε τους ανθρώπους με μία και μόνο ματιά, θα ήταν δύσκολο να μη καταλάβει την παρορμητική συμπεριφορά ενός έφηβου. Αλλά ούτε με κορόιδεψε ούτε με αποπήρε. Το δέχτηκε σαν να του έλεγα την αλήθεια. Και δεν το έκανε γιατί με είχε συμπαθήσει ή γιατί ήταν συγγενής μου αλλά γιατί δεν πρόσβαλλε ποτέ κανέναν.
Επειδή κι εγώ κατάλαβα ότι με κατάλαβε, ντράπηκα τόσο πολύ που τελικά του ζήτησα ο ίδιος ένα βιβλίο. Εκείνος μου έφερε ένα από την συλλογή του, που, όπως μου είπε, ήταν γραμμένο σε απλή γλώσσα και ήταν ότι πρέπει για όσους αρχίζουν την μύηση στην καλή λογοτεχνία. Οι αλήθειες του περνούσαν μέσα από μια όμορφη ιστορία, σχεδόν κινηματογραφική. Αν το έβρισκα ενδιαφέρον, θα χαιρόταν πολύ να τις συζητήσει μαζί μου.
Μου κίνησε την περιέργεια κι έτσι το ίδιο απόγευμα άρχισα να το ξεφυλλίζω. Το βιβλίο ήταν σχετικά μικρό σε μέγεθος και χωρίς δύστροπες λέξεις ή μπερδεμένες προτάσεις. Διάβασα μάλιστα κανά δυο σελίδες αλλά βαρέθηκα γρήγορα. Όχι γιατί δεν ήταν καλογραμμένο αλλά γιατί η ανάγνωση χρειαζόταν πνευματική εγρήγορση κι εγώ δεν ήμουν σε τέτοια φάση. Το άφησα στην άκρη με σκοπό να το ξαναπιάσω το βράδυ και άνοιξα την τηλεόραση. 
Όταν βράδιασε, και αφού είχα γίνει κουρούμπελο από τις ταινίες που είχα δει, νύσταζα τόσο πολύ που δεν υπήρχε περίπτωση να διαβάσω λέξη. Με πονούσε και το πόδι μου και είχα πάρει και μερικά αναλγητικά, που μου είχαν φέρει μια επιπλέον υπνηλία. Έπεσα για ύπνο και δεν άνοιξα τα μάτια μου παρά μονάχα αργά την επόμενη ημέρα.
Πέρασα το μεσημέρι με καφέ και παίζοντας παιχνίδια στον υπολογιστή, και το απόγευμα με επισκέφτηκε ο θείος μου. Προς μεγάλη μου ανακούφιση δεν ανέφερε καθόλου το βιβλίο ούτε και με ρώτησε για αυτό. Σαν να το είχε ξεχάσει ή σαν να μη μου το είχε δώσει ποτέ. Φυσικά, το έκανε λόγω της συνηθισμένης του διακριτικότητας. Δεν είχε καμία πρόθεση να με φέρει σε δύσκολη θέση αν δεν το είχα αγγίξει.
Όταν έφυγε, επηρεασμένος από την ευγένεια του και την γενικότερη παρουσία του, άνοιξα το βιβλίο και διάβασα μερικές ακόμα σελίδες. Και πολύ σύντομα έπιασα τον εαυτό μου να διαβάζει επιφανειακά. Οι λέξεις έγιναν σκέτα σύμβολα, χωρίς να μου μεταφέρουν τις έννοιες τους. Εικόνες που απλώς παρέλαζαν από μπροστά μου. Χρειαζόταν προσπάθεια για να συνεχίσω και όχι γιατί έπρεπε να στύψω το μυαλό μου αλλά γιατί βαριόμουν πραγματικά. Αισθανόμουν πως είχα σπαταλήσει την ενέργεια μου διαβάζοντας τα σχολικά βιβλία των προηγούμενων μηνών, ίσως μάλιστα αυτό να με είχε κάνει να αντιπαθήσω και το διάβασμα γενικότερα. Όπως και να ‘χει, άνοιξα ξανά την τηλεόραση.
Δεν μπόρεσα όμως να την παρακολουθήσω. Ήμουν προβληματισμένος γιατί ένιωθα το διάβασμα του βιβλίου σαν ένα χρέος που είχα αναλάβει και δεν είχα καμία όρεξη να κάνω. Προτιμούσα την ψυχαγωγία της οθόνης, όσο ρηχό και να ακούγεται αυτό, αλλά ήξερα πως όταν θα ερχόταν η ώρα να το επιστρέψω θα αισθανόμουν άσχημα. Ο θείος μου θα καταλάβαινε ότι δεν θα το είχα διαβάσει, ακόμα κι αν δεν έλεγε λέξη.
Αποφάσισα να χαλαρώσω, να παρακολουθήσω την ταινία και να ξαναπροσπαθήσω αργότερα. Όπως και έκανα, μόνο που και αυτή η προσπάθεια αποδείχτηκε άκαρπη. Διάβασα μερικές σελίδες και μετά άρχισα πάλι να χάνω το νόημα των λέξεων. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ και να τις ξαναδιαβάσω, αλλά προχώρησα λίγο παρακάτω και έχασα τις επόμενες. Συνειδητοποίησα πως ήταν ανώφελο. Τα μυαλό μου πήγαινε οπουδήποτε αλλού εκτός από το βιβλίο.
Το κατέβασα στα πόδια μου και σκέφτηκα πόσο πιο διασκεδαστικά πράγματα υπήρχαν στον υπολογιστή ή στην τηλεόραση. Εξάλλου, παρά την αναγκαστική μου παραμονή στο κρεβάτι, έξω ήταν καλοκαίρι. Γιατί θα έπρεπε να βάζω το μυαλό μου να σκέφτεται; Θα έπρεπε να εκμεταλλεύομαι τις διακοπές για χαλάρωση και να αφήνω τα πιο σοβαρά θέματα για τον χειμώνα.
Ωστόσο, όταν σκεφτόμουν τι θα έλεγα στον θείο μου αν θα το επέστρεφα αδιάβαστο, δεν έβρισκα κάτι της προκοπής. Άνοιξα ξανά την τηλεόραση και την παρακολούθησα χωρίς στην ουσία να βλέπω. Το μυαλό μου έψαχνε μια λύση στο μικρό μου πρόβλημα. Δεν ήθελα να πω ψέματα ούτε και να τον απογοητεύσω. Τελικά έπεισα τον εαυτό μου να διαβάσει μερικές ακόμα σελίδες. Χαμήλωσα την φωνή της τηλεόρασης και ξανάπιασα το βιβλίο.
Διάβασα μία σελίδα, μετά άλλη μία, και τότε έγινε κάτι που δεν πίστευα ότι έβλεπα: μια λέξη από την πρώτη γραμμή της σελίδας σύρθηκε στο χαρτί και ανέβηκε προς τα πάνω, και μετά ξανακάθισε. Την κοίταξα έκπληκτος. Κανά δυο δευτερόλεπτα αργότερα, η λέξη τρεμόπαιξε σαν να αντιστεκόταν αλλά τελικά ξανασύρθηκε στο πάνω περιθώριο, παρασύροντας όλη την γραμμή της μαζί, σαν ένα σεντόνι που το τραβάς από το κέντρο του.
Η λέξη βγήκε από το βιβλίο λες και κάτι την ρουφούσε, και πίσω της ακολούθησαν όλες οι προτάσεις της σελίδας, σχηματίζοντας μια γραμμή στον αέρα. Άρχισαν να βγαίνουν κι άλλες λέξεις, κι από άλλες σελίδες, που έμπαιναν στην σειρά και ακολουθούσαν. Τα γράμματα πετούσαν απαλά, μαγικά, ακολουθώντας την πρώτη λέξη που κατέληξε στον οθόνη της τηλεόρασης. Έφερα άφωνος το χέρι μου μέσα στην ιπτάμενη κορδέλα και τα γράμματα διαχύθηκαν σαν νερό ανάμεσα από τα δάχτυλα μου.
Ο θαυμασμός μου έσβησε όταν άρχισα να συνειδητοποιώ πως το βιβλίο άδειαζε. Έκλεισα τα δάχτυλα προσπαθώντας να αποτρέψω την πορεία των γραμμάτων αλλά εκείνα κύλησαν δεξιά και αριστερά από την παλάμη μου. Έφερα και το δεύτερο χέρι μου προσπαθώντας να τους κλείσω τον δρόμο αλλά ούτε έτσι τα εμπόδισα. Άρχισα τότε να τα μαζεύω με τις χούφτες και να τα ξανασπρώχνω στις σελίδες, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Μέσα στην βιασύνη μου, δεν σκέφτηκα να κλείσω την τηλεόραση, αλλά ούτε και μπορούσα να ξέρω αν έτσι θα σταματούσε να ρουφά τις λέξεις. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πως θα επέστρεφα το βιβλίο άδειο, και για κάποιο λόγο ήξερα πως θα ντρεπόμουν αφάνταστα για αυτό. Και καθώς τα γράμματα έφευγαν από την θέση τους, έκανα όλο και πιο γρήγορες κινήσεις για να τα μαζέψω.
Αλλά μάταια, γιατί δεν πέρασε ούτε μισό λεπτό μέχρι να εξαφανιστεί και το τελευταίο, και να μείνω με ένα μάτσο λευκές σελίδες στα χέρια, δεμένες με εξώφυλλο σε ένα πακέτο χωρίς κανένα περιεχόμενο.