Ο συγγραφέας

Κάποια μέρα αποφάσισε να γίνει συγγραφέας. Προήλθε από μια εσωτερική παρόρμηση κι από την πεποίθηση πως όσες επαναστάσεις και να κάνουν στην ζωή τους οι άνθρωποι, δύο είναι οι πραγματικά σημαντικές. Αυτή που κάνουν σαν έφηβοι γιατί δεν ξέρουν ακόμα πως να ζήσουν και αυτή που κάνουν σαν ενήλικες για τον τρόπο που τελικά έζησαν. Κι αν η πρώτη επανάσταση γίνεται με μία λίγο άναρχη και ακαθόριστη μορφή, η δεύτερη είναι θέμα επιλογής και προσωπικού γούστου. Έτσι λοιπόν, έκατσε στο γραφείο του, φροντίζοντας ώστε από το παράθυρο να πέφτει το φως του ήλιου στα γραπτά του, για τις στιγμές που αυτός θα έχανε την έμπνευση του. Πήρε χαρτί και μολύβι και με τον ενθουσιασμό του νεοφώτιστου στρώθηκε στην δουλειά.

Τις πρώτες του σκέψεις τις απέρριψε γρήγορα γιατί στο χαρτί έβγαινε μια παιδιάστικη γραφή, χλωμή και ξεπλυμένη. Οι λέξεις που έγραφε ήταν τόσο αδύναμες που θα διαλυόντουσαν με ένα φτάρνισμα του αναγνώστη. Και τα θέματα που είχε σκεφτεί ήταν απλοϊκά, ερασιτεχνικά και ασήμαντα. Έσκισε τα φύλλα με τις κουταμάρες που είχε γράψει και αποφάσισε να βελτιώσει λίγο την πρόζα του. Βρήκε λοιπόν πομπώδης και σπάνιες λέξεις και τις έπλεξε σε δαιδαλώδης προτάσεις. Σύντομα όμως τις πέταξε κι αυτές, αφού δεν έβρισκε κανένα νόημα στο να χρησιμοποιήσει λέξεις που δεν θα καταλάβαινε κανείς. Αλλά και η γραφή που είχε διαλέξει αυτή την φορά, ήταν τόσο πολύπλοκη και μπερδεμένη που δεν θύμιζε καν κακογραμμένη ποίηση.
Αποφάσισε να αναθεωρήσει λίγο τις ιδέες του και να ρίξει το βάρος στο περιεχόμενο των γραπτών του. Κι αν ήθελε να γράψει κάτι σημαντικό, θα έπρεπε να ασχοληθεί με όσα προβληματίζουν πραγματικά. Με μια φλέγουσα διάθεση να κατακρίνει και να αποδοκιμάσει, έσκυψε στο λευκό χαρτί κι έγραψε την λέξη

 «Γιατί»

αφού θεώρησε πως έτσι αρχίζουν όλες οι σπουδαίες ερωτήσεις.
Οι πρώτες ξεπήδησαν αμέσως στο μυαλό του. Πετάχτηκαν παιχνιδιάρικα μέσα από ξεθωριασμένες εμπειρίες και ξεφτισμένες αναμνήσεις. Το μολύβι που κρατούσε το χέρι του έτρεξε στο τετράδιο αλλά μισό εκατοστό πριν ακουμπήσει την επιφάνεια, έμεινε ασάλευτο. Γιατί ήταν μεν τίμιο και θαρραλέο να δημοπρατήσει αυτά που τον βασανίζαν και είχαν σημαδέψει την ζωή του αλλά σε αυτό το κουβάρι των ‘γιατί’ που είχε ξεθάψει, ανακάλυψε και την κοινοτοπία τους.
«Τραγικό!» είπε έκπληκτος.
Ήταν μάλιστα τόσο συνηθισμένοι και τετριμμένοι οι προβληματισμοί του που καταντούσαν ανόητοι. Κανά δύο μόνο από αυτούς φαινόντουσαν σημαντικοί αλλά κάθε φορά περνούσε από το παράθυρο αυτός που τους είχε γράψει πρώτος και του χτυπούσε το τζάμι.
«Εντάξει, εντάξει...» έκανε τελικά με μια μικρή κίνηση απογοήτευσης του χεριού.
Δεν άργησε όμως να αναθαρρήσει.
«Μπορεί να έχουν αναφερθεί όλα τα ‘γιατί’ αλλά λίγα έχουν απαντηθεί!»
Κι αφού παραλίγο να πνιγεί από την χαρά που τον πλημμύρισε αυτή η νέα σκέψη, βάλθηκε να ψάχνει τα ‘γιατί’ που δεν είχαν απαντηθεί. Εξάλλου, σκέφτηκε, μόνο η απάντηση τους μπορούσε να εξευγενίσει κάπως την αφέλεια των κειμένων του και να τους δώσει μια στάλα αξιοπρέπειας.
Πολλά ‘γιατί’ πέρασαν τότε από το μυαλό του αλλά όσο και να το έστυψε, δεν μπόρεσε να τα απαντήσει. Άλλα ήταν πολύ σημαντικά για να τα απαντήσει ο ίδιος, σε άλλα δεν είχε γνώσεις και άλλα ήταν ξένα, δεν τα είχε ζήσει. Στα λίγα από αυτά που μπορούσε να έχει άποψη, γρήγορα ανακάλυψε την διφορούμενη ερμηνεία των πραγμάτων και πως μπορούσε να τα απαντήσει με πολλούς τρόπους. Μέσα στην μετριότητα του όμως, άλλαζε άποψη κάθε τρεις και λίγο για το πως έπρεπε να τα ερμηνεύσει. Και ξύνοντας το κεφάλι του με το μολύβι, περισσότερα είχε γράψει εκεί παρά στο χαρτί.
Το ρολόι έχασε τελικά τον χρόνο και τον έκανε πιο γρήγορο, ενώ στο παράθυρο τα απορημένα δέντρα δεν προλάβαιναν να αλλάζουν ρούχα. Αυτός όμως δεν το έβαζε κάτω. Συνέχιζε να αναλογίζεται τα ‘γιατί’ της ανθρωπότητας, ανήμπορος να βγει από αυτή την ματαιοπονία και χωρίς να έχει προσθέσει ούτε μια λέξη στο γραπτό του. Κάθε μέρα, από το μυαλό του περνούσαν χιλιάδες ερωτήσεις ενώ στο παράθυρο έκαναν όλο και πιο συχνά την εμφάνιση τους φιλόσοφοι και στοχαστές, που άλλοι τον χαιρετούσαν κι άλλοι τον περιπαίζαν. Ακόμα όμως δεν είχε βρει την ερώτηση που θα μπορούσε να απαντήσει.
Όταν κουραζόταν να ψάχνει άλλες ερωτήσεις, έπλεκε μεταξύ τους τις προηγούμενες, αναζητούσε σχέσεις μεταξύ τους, αναρωτιόταν αν μία γεννάει κάποια άλλη. Τις κατηγοριοποιούσε, τους έδινε όνομα, τις κατέτασσε με βαθμό προτεραιότητας. Όταν αισθανόταν κορεσμένος και από αυτό, τότε σκεφτόταν απαντήσεις και μετά προσπαθούσε να βρει τις ερωτήσεις τους.
Κι έτσι διαλογιζόταν όλα τα επόμενα χρόνια, σκεπτικός, με το ένα χέρι να στηρίζει το κεφάλι και το άλλο να παίζει με τα δάκτυλα στο γραφείο.
Το χαρτί που είχε μπροστά του τελικά κιτρίνισε, το μολύβι που κρατούσε έπιασε σαράκι και το δικό του τέλος δεν θα αργούσε. Θα τον έβρισκε σκυμμένο στο γραφείο του, να ψάχνει ακόμα και να καταγράφει στο μυαλό του ερωτήσεις. Η γενειάδα του κρεμόταν ως τα πόδια του κι από τα ρούχα του σηκωνόταν σκόνη σε κάθε τρέμουλο των χεριών του. Οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει.
Απογοητευμένος και παραιτημένος, με μια ύστατη προσπάθεια πρόσθεσε αποσιωπητικά στην λέξη «Γιατί» που είχε γράψει, δίνοντας τουλάχιστον έτσι μια μικρή λογοτεχνική χροιά στο γραπτό του. Και μετά, με όση ζωντάνια του είχε απομείνει, άνοιξε το παράθυρο και έφυγε.
Και ίσως να είχε σκεφτεί τις περισσότερες ερωτήσεις από κάθε άλλο άνθρωπο που πέρασε από αυτόν τον κόσμο και να είχε φτάσει τελικά σε άλλα επίπεδα διανόησης. Αλλά, αν εξαιρέσεις τις αρχικές ανοησίες που είχε γράψει κάποτε και τις πέταξε αμέσως, η λέξη

 «Γιατί...»

ήταν η πρώτη και η τελευταία που έγραψε ποτέ σαν συγγραφέας.
Αλλά κι αυτή, γλίστρησε στο πάτωμα από το αεράκι που τρύπωσε από το παράθυρο και ανασήκωσε ελαφρά την κιτρινισμένη σελίδα.

4 σχόλια:

Dora Tsirka είπε...

Απολαυστικό το κείμενό σου μέσα στην τραγικότητά του. Μου θύμισε μερικές φορές εμένα την ίδια κι άλλες φορές σκουπίδια που έχω κατά καιρούς διαβάσει. Τουλάχιστον αυτός ο συγγραφέας είχε την απαιτούμενη συστολή για να γράψει το μονολεκτικό γιατί του και να φύγει αθόρυβα.

Νικος Κρητικου είπε...

Ευχαριστώ Δώρα, εμείς ας έχουμε καλύτερη μοίρα!

nkarakasis είπε...

Αν και εγώ προσωπικά - αν το έγραφα - θα του τίναζα τα μυαλά στον αέρα ή θα απόκαμε τρελαμένος, πaραυτα πιστεύω ότι το κείμενο σου είναι δυνατό.
Γιατί; πρώτη λέξη της φιλοσοφίας και ίσως η δυνατότερη του ανθρώπου.
Εύγε!

Νικος Κρητικου είπε...

Χμ,μου πέρασε μόλις τώρα από το μυαλό ένας άλλος 'συγγραφέας' - ίσως και ο ίδιος του κειμένου - που θα περπατάει και από το μυαλό του θα ξεπηδούν άχρηστα 'επειδή'... χμ... χμ... Ή ένα καλάθι αχρήστων στο γραφείο του γεμάτο 'επειδή'... χμ... χμ...

Ευχαριστώ για το σχόλιο nkarakasis.