Alter Ego


Θα έπρεπε να φταίει το άγχος μου.
Οι αβέβαιες σκέψεις για το μέλλον, ο τρόπος που ζούσα, η απόλυση μου από την εταιρία που εργαζόμουν, ο καταπιεστικός λαβύρινθος της μεγαλούπολης.
Τέτοιες αντιδράσεις όμως τις είχα μόνο όταν ήμουν πιτσιρικάς και τώρα πια τις χρησιμοποιούσα σαν ανέκδοτα στις παρέες μου. Ήταν οι κωμικές αναμνήσεις μιας παιδικής ανησυχίας. Αλλά είχαν περάσει χρόνια από τότε που υπνοβάτησα τελευταία φορά και το είχα θεωρήσει δεδομένο πως ήταν παρελθόν που είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Και τώρα, ηλικία τριάντα χρονών και βάλε, ξαναγύρισα πίσω και βάλθηκα να συνεχίσω τις νυχτερινές μου γκάφες, που είχα σταματήσει όταν ήμουν γύρω στα δεκαεπτά, άντε δεκαοκτώ μου.

Δεν είχα κάνει λίγα τότε αλλά τα δύο πιο χαρακτηριστικά περιστατικά έχουν μείνει αξέχαστα: τη μια με είχε βρει η μητέρα μου καθιστό στο κρεβάτι, να έχω την παλάμη ορθάνοικτη και στραμμένη προς το στρώμα, ψάχνοντας κάτι αόρατο για όλους τους άλλους πάνω στα σκεπάσματα και περίπου στο ύψος των γονάτων μου. Με κοίταξε άναυδη -και λίγο φοβισμένη απ’ ότι μου διηγήθηκε- και με ρώτησε τι ψάχνω, για να πάρει μια απάντηση όλο μετριοφροσύνη: ‘Εδώ θα γίνει η Πελοπόννησος’. 
Η άλλη περίπτωση -και η τελευταία που συνέβη εκείνη την περίοδο- ήταν την εποχή που είχα πρωτοαγοράσει την μοτοσικλέτα μου, που ακόμα και στον ύπνο μου ζούσα και ανέπνεα με ένα αέρα ελευθερίας να με χτυπά στο πρόσωπο. Αυτή την φορά μάρτυρας ήταν ο πατέρας μου, που με βρήκε στο χολ να κρατώ στο ένα χέρι το σεντόνι και στο άλλο τα κλειδιά, ψάχνοντας την μηχανή μου. Το τι το ήθελα το σεντόνι δεν το έμαθα ποτέ και ο πατέρας μου δεν σκέφτηκε να με ρωτήσει. Αρκέστηκε μόνο να μου πει πως η μηχανή ήταν στο συνεργείο, ‘ησύχασε τώρα, θα την πάρεις σε λίγες μέρες’, και αυτός ήταν ο μόνος σίγουρος τρόπος για να ξαναπέσω στο κρεβάτι.
Ωραίες εποχές, διασκεδαστικές.
Τότε όμως, ότι έκανες ήταν ανέμελο και αφελές, χωρίς ιδιαίτερες επιπτώσεις -εκτός κι αν φυσικά έβρισκες την μοτοσικλέτα σου. Θέλω να πω πως ότι και να έκανες το πολύ πολύ να κατέληγε σε μια ακόμα αφορμή για να γελάσεις με τους φίλους σου, πίνοντας τον καφέ σας και αφηγούμενος τις βραδινές σου περιπέτειες. Αλλά σήμερα ήταν διαφορετικά, δεν ήμουν μόνος, και η Κατερίνα με κοίταζε αυτή τη στιγμή με ένα θυμωμένο βλέμμα ενώ εγώ ακόμα δεν είχα καλά καλά ξυπνήσει. Τα μάτια της ήταν συγχυσμένα: απορία, αμφιβολία και εκνευρισμός τα ταλαιπωρούσαν ενώ ήταν τελείως άνιση η σύγκριση με τα δικά μου: αγουροξυπνημένα, νυσταγμένα και μισόκλειστα. 
Είχα ανασηκωθεί ελαφρά στο κρεβάτι και είχα στηριχτεί στον έναν αγκώνα πνίγοντας ένα χασμουρητό, ενώ αυτή στεκόταν στην μικρή μου κουζίνα ντυμένη κομψά και με παρακολουθούσε πίσω από το χτιστό πάσο. Ζούσα σε ένα διαμέρισμα που ήταν κάτι μεταξύ γκαρσονιέρας και ατελιέ, ένα χώρο γύρω στα ογδόντα τετραγωνικά χωρίς καθόλου εσωτερικούς τοίχους. Το κρεβάτι ήταν κάπου εκεί μέσα και στον τελευταίο τοίχο βρισκόταν μια αρκετά μεγάλη τζαμαρία, ικανή για αυταπάτες και ψευδαισθήσεις.
«Λοιπόν;» με ρώτησε ενώ κρατούσε τις χειρόγραφες σελίδες στο χέρι της.
«Τι ‘λοιπόν’;»
«Δεν θα τις διαβάσεις;»
 «Σίγουρα είναι δικές μου;»
«Εγώ πάντως δεν τις έχω γράψει...»
Έτριψα τα μάτια μου ανώφελα, νύσταζα ακόμα. Η Κατερίνα, με μια υποψία εκδίκησης, είχε τραβήξει τις κουρτίνες και είχε αφήσει το πρωινό φως του ήλιου να πέφτει στο κρεβάτι, και κυρίως στο πρόσωπο μου. Αμάν αυτός ο χειμώνας στην Ελλάδα. Παρόλα αυτά, είχα συνηθίσει να σηκώνομαι αργά, είχα ασπαστεί το ωράριο του άνεργου που καταλήγει ρέμπελος και δεν είχα ακόμα πλήρη επαφή με την πραγματικότητα, όσο φως και να έπεφτε πάνω μου. 
Κοίταξα κλεφτά το ρολόι στο κομοδίνο και είδα πως ήταν περίπου 8, η ώρα που έφευγε για να πάει στην δουλειά της. Αυτή δεν ήταν άνεργη και συνήθως δεν με ξυπνούσε όταν έφευγε. Εκτός φυσικά από εκείνη την ημέρα.
«Κάτσε να συνέλθω λίγο... πού ήταν;»
«Επάνω στο τραπέζι» μου είπε κοφτά. «Δεν είσαι περίεργος να το διαβάσεις;»
«Εμ... ναι, δε λέω...» απάντησα επιφυλακτικά, διαισθανόμενος την καταιγίδα. 
Ήταν η δεύτερη φορά που είχα κάνει κάτι στον ύπνο μου το διάστημα που ήμουν μαζί της. Την πρώτη -πριν από μερικές εβδομάδες- είχε βρει ένα χρυσό οδηγό ανοικτό στο πάτωμα, δίπλα από μια μισοάδεια κούπα με καφέ και την συσκευή του τηλεφώνου. Τότε έμαθε και για την προϋπηρεσία μου στις αθέμιτες εξερευνήσεις της νύκτας. Κι εγώ έμαθα πως, τι δεκαεπτά τι τριάντα, είχα ξεκινήσει τα παλιά μου κουσούρια. Συζήτηση επί συζητήσεως, καταλήξαμε τελικά πως έψαχνα για δουλειά εκείνο το βράδυ και το θέμα έκλεισε με αστειάκια. Σήμερα όμως;
«Δεν θα διαβάσεις λοιπόν την ερωτική σου εξομολόγηση;» με ρώτησε με κάποια δόση χολής στην φωνή της.
Ωχ.
Κοίταξα το γραπτό στα χέρια της ανήσυχος.
«Ερωτική εξομολόγηση;» ρώτησα με αφέλεια.
«Με τα όλα της».
«Σε ποιόν;»
Δεν μου απάντησε αμέσως αλλά αφού με κοίταξε έντονα και επίμονα παράτησε εκνευρισμένη τις σελίδες πάνω στο πάσο. 
«Στην πρώην σου» είπε απότομα και έκατσε στο τραπέζι που είχε ετοιμάσει το πρωινό της.
Ξανά ωχ.
Άφησα μια δικαιολογημένη απορία να αιωρείται και έπεσα ανάσκελα στο κρεβάτι για να κερδίσω χρόνο. Αλλά είχα αντίπαλο τις ακτίνες του ήλιου που περνούσαν από τις ορθάνοικτες κουρτίνες και έφερα το χέρι μου πάνω από τα μάτια για να τα σκεπάσω. Ένα από τα ελαττώματα που θα ήθελα να μην έχει η Κατερίνα ήταν αυτός ακριβώς ο τρόπος που αντιδρούσε. Όταν αγρίευε, δεν έκανε τρομακτικές σκηνές ούτε την έπιαναν υστερίες, αλλά γινόταν απότομη και περνούσε στην αντεπίθεση με κινήσεις τέτοιου είδους, ανώριμες, εκδικητικές και λίγο ύπουλες. Αυτή την φορά είχε σκεφτεί να μου χαλάσει τον ύπνο, όπως υποθέτω της είχα χαλάσει κι εγώ την διάθεση.
Ωστόσο, περνούσα αρκετά καλά μαζί της και δεν ήθελα να ταράζω την σχέση μας.
Σηκώθηκα μουδιασμένα και αφού παρέμεινα λίγο καθιστός στην άκρη του κρεβατιού πήγα στην κουζίνα. Σερβιρίστηκα μόνος μου τον ελάχιστο καφέ που μου είχε αφήσει στην καφετιέρα και αφού περιεργάστηκα λίγο τις τρεις χειρόγραφες σελίδες άρχισα να τις διαβάζω. 
Στην αρχή έπιασα την Κατερίνα να με κοιτάζει επικριτικά με φευγαλέες ματιές. Γρήγορα όμως την ξέχασα γιατί το γραπτό μου με απορρόφησε τελείως.
Τι ήταν αυτό;
Δεν το πίστευα αυτό που διάβαζα, τι πήγα και έγραψα στον ύπνο μου; Ήταν όντως μια ερωτική εξομολόγηση, γεμάτη συναίσθημα και παθιασμένες λέξεις, με μια λίγο πρόχειρη γραφή αλλά πλήρως αναγνώσιμη και με άψογη σύνταξη! Φυσικά, δεν ήταν γραμμένη από πραγματικό λογοτέχνη, αλλά αυτή ακριβώς η έλλειψη επιδεξιότητας και επιτήδευσης το έκανε ακόμα πιο αληθινό, ζωντανό και σπαραξικάρδιο, μια πραγματική απόδειξη ερωτευμένου ανθρώπου! Δεν υπήρχε περίπτωση να είχα γράψει ξύπνιος κάτι τέτοιο αλλά δεν είχα αμφιβολία πως το είχα κάνει εγώ, αναγνώριζα τον εαυτό μου στους υπότιτλους. Και όχι μόνο είχα περιγράψει συναισθήματα με χειρουργική ακρίβεια, πράγμα που με έκανε να αισθάνομαι άβολα και μερικές έξω φρενών με την τόσο αποκαλυπτική γραφή, αλλά ολοκλήρωνα το κείμενο κάνοντας κάτι αδιανόητο, και χάνοντας κάθε ίχνος αξιοπρέπειας και εγωισμού για κάποιον που είχε εγκαταλειφθεί. Με τις λέξεις: ‘Γύρισε πίσω!’
Άρχισα να ξανααισθάνομαι το καυστικό βλέμμα της Κατερίνας επάνω μου. Πώς να μην εκνευριστεί με αυτά που είχε διαβάσει;
 «Καρδούλες δεν έβαλες στο τέλος» πέταξε το κεντρί της καθώς άλειφε βούτυρο σε μια φρυγανιά.
«Έλα, μην το παίρνεις και τόσο σοβαρά...» απολογήθηκα ενώ είχα ξυπνήσει για τα καλά, «στον ύπνο μου το έκανα...»
«Το ελπίζω».
Ήταν φανερό πως είχε πληγωθεί. Μασούσε την φρυγανιά με το ίδιο μίσος που θα μασούσε και τις σελίδες. Τουλάχιστον την έπεισα πως είχα υπνοβατήσει, θα ήταν βέβαια χαζό να είχα γράψει κάτι τέτοιο συνειδητά και να το είχα αφήσει τόσο προκλητικά στο τραπέζι. Το πρόβλημα ήταν με τα αισθήματα.
«Μπορεί να μην θες να τα παραδεχτείς ούτε στον εαυτό σου».
«Τρία χρόνια ήμασταν μαζί, παραλίγο να παντρευτούμε και είναι λογικό να έχουν μείνει κάποια αισθήματα. Αλλά σίγουρα όχι έρωτας, για αυτό να είσαι σίγουρη».
Δεν ήταν καθόλου σίγουρη. Και το χειρότερο ήταν πως είχε αρκετό εγωισμό για να βρίσκεται μαζί με κάποιον που σκεφτόταν άλλη, έστω κι αν αυτό δεν ήταν αλήθεια πραγματικά. Ανησύχησα. Είχε πληγεί καίρια ο εγωισμός της και, παρόλο που κρατούσε την συμπεριφορά της σε αρκετά αξιοπρεπή επίπεδα, καταλάβαινα τον αναβρασμό μέσα της. Δικαιολόγησα απόλυτα γιατί -αφού τελείωσε γρήγορα το πρωινό της- έφυγε για την δουλειά της προκαλώντας δονήσεις στο διαμέρισμα, από το χτύπημα της πόρτας πίσω της.
Πώς τα είχα καταφέρει έτσι; 
Δεν είχα καμία πρόθεση να χωρίσω με την Κατερίνα, είχα βρει την ηρεμία μου μαζί της -εξαιρώντας αυτή τη στιγμή- και παρόλο που δεν ήταν ότι πιο έντονο είχα ζήσει ήμουν αποφασισμένος να είμαι μαζί της. Αν μάλιστα δεν είχα το πρόβλημα της ανεργίας, ίσως και να έβλεπα ακόμα πιο σοβαρά τα πράγματα μαζί της, είχε όλες τις προδιαγραφές που είχα θέσει στον εαυτό μου. Αλλά η αλήθεια είναι πως η γραπτή μου εξομολόγηση με είχε ταρακουνήσει γιατί, παρόλο που έδιωχνα πάντα από τις σκέψεις μου εκείνη την προηγούμενη σχέση με το άδοξο τέλος, αναρωτήθηκα τι στο διάολο κουβαλούσα μέσα μου από τότε. 
Ήταν όμως ένα ακούσιο πισωγύρισμα στα παλιά. Δεν είχα καμία διάθεση να αλλάξω τις αποφάσεις που είχα πάρει. Είχα διαγράψει τηλέφωνα και είχα πετάξει διευθύνσεις, θα κοιτούσα μπροστά. Είχα έναν άνθρωπο σωστό δίπλα μου τώρα, γεμάτο συμπαράσταση και κατανόηση. Το παρελθόν το είχα σβήσει οριστικά. Έγραψα ένα ανόητο κείμενο στον ύπνο μου κι αυτό ήταν όλο, δεν θα το άφηνα να μου προκαλέσει αμφιβολίες ή να ταράξει την αισθηματική μου ζωή. 
Το ξαναδιάβασα πάντως αρκετές φορές. Ήταν έξοχο, δεν μπορώ να πω. Αν το είχα γράψει για την Κατερίνα σίγουρα θα συμφωνούσε μαζί μου. Θα είχε αφήσει κλειστές τις κουρτίνες κι εμένα στις τρυφερές αγκάλες του Μορφέα να δημιουργώ εξομολογήσεις στο χαρτί για αυτήν! Πώς τα είχα σκεφτεί όλα αυτά; Με ποια φαντασία είχα συνθέσει τέτοιες προτάσεις και είχα απεικονίσει τόσο γλαφυρά και τρυφερά έναν ευαίσθητο εσωτερικό κόσμο; Ίσως θα έπρεπε να γράφω και στο ξύπνιο μου τέτοια κείμενα. Εξάλλου, παρά την λίγο μποέμικη συμπεριφορά μου, κατά βάθος ήμουν συναισθηματικός τύπος και ίσως να είχα επιτυχία σε τέτοιου είδους γραφή. Τι φράσεις! Τι εύστοχες παρατηρήσεις! Και τι τριγμούς προκαλούσε στην ζωή μου!
Η πρωταρχική μου σκέψη βέβαια ήταν να το πετάξω, και μάλιστα μπροστά στα μάτια της Κατερίνας. Αλλά μου άρεσε τόσο πολύ που αποφάσισα να το κρατήσω. Ήταν ότι καλύτερο είχα γράψει ποτέ μου και κάτι πολύ προσωπικό, γιατί να μην το κρατούσα σαν μια ακόμα ανάμνηση; 
Σίγουρος πως θα δυσανασχετούσε αν μάθαινε πως δεν το έσκισα και δεν το έκαψα τελετουργικά στις φλόγες, αποφάσισα να το κρύψω.
Το έχωσα στον πάτο ενός συρταριού της σιφινιέρας και στοίβαξα μπλούζες και παντελόνια από πάνω. Μετά, το έβγαλα και το έβαλα στο συρτάρι του κομοδίνου, γιατί στα ρούχα μπορεί να το έβρισκε. Παίζουν με το βασίλειο της γυναίκας; Αλλά και στο κομοδίνο ήταν παρακινδυνευμένο, τόσο κοντά της όταν κοιμόταν και ξυπνούσε! Το καταχώνιασα στην ντουλάπα, μέσα σε κάποιο παλιό κουτί παπουτσιών όπου κρατούσα κάποια αναμνηστικά από διάφορα ταξίδια που είχα κάνει στο εξωτερικό, αλλά και πάλι αισθανόμουν ανασφάλεια.
Κάθε φορά που του άλλαζα θέσεις, δεν αντιστεκόμουν στον πειρασμό και το ξαναδιάβαζα. Κατέληγα πάντα πως ήταν θαυμάσιο, εξαιρετικό για κάποιον που δεν έγραφε ποτέ εκτός από την δουλειά του γραφείου. Και καλά, καταλάβαινα πως τις λέξεις θα τις είχα διαβάσει κάπου -διάβαζα αρκετή λογοτεχνία, θα της θυμόμουν ασυνείδητα- αλλά οι προτάσεις; Δεν τις είχα δει πουθενά, τις είχα σκεφτεί μόνος μου. Και πολύ λίγο με απασχολούσε στο τέλος για ποιον τις είχα γράψει, αυτό το προσπέρασα γρήγορα. Όσο για τα συναισθήματα που περιέγραφα, εντάξει, πες ότι ήταν απωθημένα. Το πραγματικά σημαντικό όμως ήταν το ίδιο το δημιούργημα μου, οι λέξεις και φράσεις που έγραψα εν αγνοία μου.
Έπρεπε λοιπόν να το φυλάξω και να το φυλάξω καλά.
Δεν είχα πολλές επιλογές. Το έκρυψα τελικά μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου, του πιο ογκώδες και βαρετού που υπήρχε στην βιβλιοθήκη, στο πιο απόμακρο ράφι. Ούτως ή άλλως η Κατερίνα διαφωνούσε με τις παρακμές που μελετούσα κατά καιρούς. Μόνο για την λογοτεχνία συμφωνούσε, κι αυτή εν μέρει.
Έμενε τώρα να την ηρεμήσω.

***

Επέστρεψε αργά το απόγευμα κατσουφιασμένη, με το ίδιο απότομο και παγωμένο ύφος που είχε φύγει. Την περίμενε όμως ένας ευγενικός και δουλικός υπηρέτης –εγώ-, ένα ζεστό μπάνιο με αιθέρια έλαια, ένα χαλαρωτικό και ανανεωτικό μασάζ, και ένα ρομαντικό δείπνο με κεριά και καλό κόκκινο κρασί. 
Μετά από το αρχικό ξερό
«Μπα;»
δέχτηκε τελικά τις φροντίδες μου -με αρκετή περιφρόνηση είναι η αλήθεια- και ζήτησε διαφορετικά έλαια την επόμενη φορά, καθώς και λευκό κρασί για το τραπέζι, από εκείνο το ακριβό που προτιμούσε.
Όλες τις μέρες που ακολούθησαν αφιερώθηκα στο να αποδείξω στην Κατερίνα πόσο αφοσιωμένος της ήμουν. Ο άφθονος χρόνος μου μού επέτρεπε να προετοιμάζω στην εντέλεια διάφορες ρομαντικές στιγμές μαζί της: εστιατόρια, λουλούδια, δωράκια, μαγειρικές εκπλήξεις στο σπίτι, μέχρι και ρομαντικές επιστολές -τώρα που είχα πάρει φόρα- απεσταλμένες στην δουλειά της. 
«Είσαι τόσο γλυκός όταν δεν είσαι αναίσθητος!»
Και είχε δίκιο, ποτέ δεν είχα κάνει κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια για να είμαστε μαζί αλλά είχα από την αρχή μαζί της αυτή την μικρή αναισθησία ενός χωρισμένου από ένα μεγάλο έρωτα. Αλλά θα το άλλαζα αμέσως.
Σε δύο εβδομάδες μόνο, είχα γίνει το πιο πειθήνιο και ερωτευμένο πρόβατο που είχε γνωρίσει ποτέ της. Και αφού ξεπέρασε τα πρώτα πείσματα και την κρυάδα που της είχα δώσει, η αντίσταση της άρχισε να κάμπτεται. Δεν άργησε να μαλακώσει και να πείθεται σιγά σιγά πως μόνο αυτή υπήρχε για μένα, κέρδιζα πάλι την εμπιστοσύνη της. Και γω ήμουν εξαιρετικός, η αγωνία μου μήπως την χάσω με είχε ξυπνήσει, είχε ανεβάσει την αδρεναλίνη μου και το μυαλό μου παρήγαγε διαρκώς ευφυολογήματα και έξυπνες ιδέες που της κρατούσαν αμείωτο το ενδιαφέρον. Αγόρασα μάλιστα και τα ερωτικά σονέτα του Νερούδα ώστε να της τα απαγγέλλω -ή να της τα ψιθυρίζω, ανάλογα με την περίσταση. Το λάτρεψε!
Και από το κατσουφιασμένο ύφος της πρώτης μέρας, δεν θα ήταν υπερβολή να πω πως στο τέλος έλαμπε ολόκληρη από ικανοποίηση και ευτυχία. Οι μικρές της εκδικήσεις γίναν καπνός. Απέκτησε βέβαια κάποιες ιδιοτροπίες καθώς την κακομάθαινα αλλά ήταν υποφερτές και τις ικανοποιούσα αμέσως. Γιατί και γω αισθανόμουν όμορφα, δεν είχαμε ξαναπεράσει καλύτερες στιγμές μαζί. Και σύμφωνα με την ποιητική συνήθεια που είχα αποκτήσει εκείνες τις μέρες, υπήρχε μια γλυκιά και αέναη γαλήνη στο σπίτι, αιθέρια, που μας τύλιγε και μας έβρισκε αγκαλιασμένους μπροστά από έναν έναστρο ουρανό -στην τζαμαρία του παραθύρου δηλαδή- όπου γλυκοχάραζε και γλυκοσουρούπωνε, και μείς γλυκοκοιμόμασταν -χρειαζόμουν βέβαια εξάσκηση, το ξέρω. 
Οι υπνοβασίες ξεχάστηκαν γρήγορα, ποιος ήθελε να ασχολείται με τόσο χαζά θέματα; Εξάλλου, δεν νυχτοπερπατούσα πια, ούτε τριγυρνούσα βραδιάτικα με χρυσούς οδηγούς και εξομολογήσεις στο χέρι. Η προσπάθεια μου με είχε απορροφήσει τελείως και το μυαλό μου ήταν σε αυτήν όλη μέρα, ευτυχώς και την νύχτα. Σαν φωτισμένη επιγραφή το είχε καταλάβει εξ ολοκλήρου: ‘Κατερίνα!’
Έτσι κύλησαν εκείνες οι μέρες: ήρεμες και ευτυχισμένες. Το πρωί σηκωνόταν σιγά σιγά μην τυχόν και χαλάσει την μαγεία, περπατούσε στα νύχια των ποδιών της, έκλεινε επιμελώς τις κουρτίνες να μην με ενοχλήσει το φως του ήλιου, μου άφηνε καφέ στην καφετιέρα και πήγαινε στην δουλειά της. Εγώ σηκωνόμουν αργά, χασμουριόμουν και τεντωνόμουν φρέσκος και γεμάτος όρεξη και ζωντάνια. Έπινα τον καφέ που είχε φτιάξει το ταίρι μου με τα χεράκια του, διάβαζα την εφημερίδα μου ντυμένος στις πιτζάμες μου, και αργότερα ίσως να έκανα και κανά περίπατο στους δρόμους τις μεγαλούπολης.
Το μεσημέρι μαγείρευα εξωτικές συνταγές -ήμουν εξαιρετικός μάγειρας παρεμπιπτόντως- ετοίμαζα ραβασάκια που της τα έστελνα με τον ανθοπώλη της γειτονιάς και, μιας και αποδείχτηκε πως η Κατερίνα έλιωνε με κάτι τέτοια, διάβαζα διψασμένα ποίηση και ρομαντική λογοτεχνία για να γίνομαι καλύτερος σε όσα της έγραφα. Αποστήθιζα φράσεις και στοίχους, ‘να μη σ’ αγγίξει η νύχτα μήτε η αυγή ούτε το αγέρι’ , ‘έχεις μες στα μαλλιά σου περικοκλάδες κι άστρα’, και λέξεις εύηχες και εντυπωσιακές: αλάβαστρος, γέρμα, δροσοσταλίδα, ονειροπαρσιά, αμάραντος!
Αυτή γυρνούσε το απόγευμα κουρασμένη, διάλεγε ένα από την συλλογή αρωματικών ελαίων που της είχα αγοράσει -ζήτησε και λίγο μέλι- και βούλιαζε με μεγαλοπρέπεια και χάρη στην μπανιέρα που είχα ήδη ετοιμάσει ενώ εγώ τις έτριβα απαλά τα πέλματα.
«Γυρέψαν’ έτσι οι δυο μας, μια τρύπα, άλλον πλανήτη...» έλεγα.
«μμμ...»
«όπου να μην αγγίζει τ’ αλάτι τα μαλλιά σου...»
«μμμ...»
«όπου να μην φυτρώνουν πόνοι από φταίξιμο μου...»
«μμμ...»
«και να ζει το ψωμί χωρίς λαχτάρες».
«Κι άλλο...»
Το βράδυ παίρναμε το δείπνο μας μπροστά στην τζαμαρία. Λευκό κρασί και ένα κόκκινο τραπεζομάντιλο οι βοηθοί μου, μια νυχτερινή φωτισμένη πόλη απέξω και ένα απαλό σαξόφωνο να κεντάει την ερωτική ατμόσφαιρα.
Και μετά ξανά από την αρχή.
Τι μέρες!
Η Κατερίνα να πλέει σε πελάγη ευτυχίας, πιο ερωτευμένη από ποτέ, να έχει βρει τον ιδανικό πρίγκιπα που από ρέμπελος και απαθής είχε μεταμορφωθεί σε ποιητή και σκλάβο, κι εγώ ένα πρόβατο-κρυφός κυνηγός, που άρχισε σιγά σιγά τις προσπάθειες να γράψει δικά του ποιήματα και φλογερά κείμενα για την καλή του!
Η αλήθεια βέβαια ήταν πως δεν ήταν καθόλου εύκολο αυτό το παιχνίδι με τις λέξεις, η προσεκτική επιλογή τους και η σύνθεση τους σε μουσικές προτάσεις, το χρώμα τους, η ακριβής απεικόνιση ιδεών και συναισθημάτων. Με προβλημάτιζε πολύ και η μοναδικότητα που υπήρχε ανάμεσα στα συνώνυμα και το πόσο ξεχωριστά ήταν αυτά μεταξύ τους, ενώ με τη ματιά του αδαή μιλούσαν απλά για το ίδιο πράγμα. Μα ήταν το ίδιο η λέξη ‘πέτρα’ με την λέξη ‘λίθος’; Το ‘βράδυ’ με την ‘νύκτα’; Ήταν το ίδιο η λέξη ‘παράθυρο’ με την λέξη ‘παραθύρι’; 
Ήταν όμως τόσο ισχυρό όπλο στα χέρια ενός άντρα που στοχεύει στην καρδιά μιας ρομαντικής γυναίκας! Γιατί δεν το είχα ανακαλύψει νωρίτερα;
Αλλά η πρόοδος μου στο ξύπνιο ήταν αργή, το ταλέντο μου ζούσε την νύχτα. Τι στο διάολο είχα γράψει εκείνη το βράδυ; Ή καλύτερα, ποιος κολασμένος άγγελος είχε οδηγήσει το χέρι μου εκείνη τη νύχτα; Πώς είχα ζωγραφίσει στο χαρτί με λέξεις τέτοιο συναισθηματικό... εμ... πορτρέτο;... κολλάζ;... να πάρει, μου έλειπε η λέξη. 
Υπήρχε όμως το γραπτό μου, που ήταν και η αφορμή για αυτές τις ριζικές αλλαγές. Θα γινόταν ο φάρος για ακόμα καλύτερες στιγμές.
Αμ δε!
Η εξομολόγηση δεν ήταν πουθενά. Ανώφελα ξεφύλλιζα με ταχύτητα καρτούν τις σελίδες εκείνου του χοντρού βιβλίου, ο οδηγός μου είχε χαθεί, είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης. Ξεσήκωσα την βιβλιοθήκη, κατέβασα όλα τα βιβλία, μήπως το είχα βάλει αλλού; Μήπως είχε παραπέσει πουθενά; Όχι, ήταν άφαντη.
Είχε κλαπεί!
Δεν το πίστευα, εγώ είχα κάνει τόσα για να κερδίσω την εμπιστοσύνη της, είχα γίνει υπηρέτης, ποιητής και καραγκιόζης για να την κερδίσω κι αυτή δεν σεβάστηκε μια τόσο προσωπική στιγμή! Ήταν δυνατόν να με αμφισβητούσε μετά από όλα αυτά; Ποιος ξέρει σε τι κακιά μοίρα είχε σπρώξει την εξομολόγηση μου η Κατερίνα σε άλλη μια από τις εκδικητικές της κινήσεις! Της είχα δώσει όλη την αυτοπεποίθηση που χρειαζόταν για να κάνει κάτι τέτοιο, την είχα κάνει κακομαθημένη βασίλισσα, και που; μέσα στο ίδιο μου το σπίτι! Ώστε για αυτό αισθανόταν τόση σιγουριά και χαρά, νόμιζε πως ήμουν έρμαιο στα χέρια της λοιπόν και πως αυτή θα έβαζε τους κανόνες! Κι εγώ, ναι, σαν βλάκας της είχα πει πως δεν το είχα πετάξει αλλά το είχα φυλάξει στην βιβλιοθήκη, όταν νόμιζα πως όλα ήταν μέλι γάλα μεταξύ μας.
Α, όλα κι όλα. Υπήρχαν και κάποια όρια και τα είχε ξεπεράσει, δεν ήμουν διατεθειμένος να το αφήσω να περάσει έτσι. Είχα και γω εγωισμό. Αν δεν μπορούσε να δεχτεί όσα έκανα για αυτήν χωρίς να σέβεται την δικιά μου προσωπικότητα και τα υπάρχοντα μου τότε υπήρχε σοβαρό πρόβλημα. 
Κι έτσι, αντί για το γνωστό της αρωματικό μπάνιο, το απόγευμα την περίμενε σκωτσέζικο ντους.
«Τι έκανες την εξομολόγηση; Τι; Τι;»
«Δεν την άγγιξα!»
Ψεύτρα!
«Αλήθεια σου λέω!»
Δόλια γυναίκα!
«Δεν με ενδιαφέρει η εξομολόγηση σου! Δεν είχα κανένα λόγο να την πετάξω!»
Φθονερή! Ζηλιάρα! Αχάριστη!
Έχασα κάθε διάθεση μαζί της, ξέχασα και ποίηση και ρομαντικές στιγμές και κάθε δουλικότητα. Έγινα ο παλιός μου εαυτός σε μια στιγμή, πώς είχα εμπιστευτεί μια γυναίκα; 
Κι αυτή, συνηθισμένη όπως την είχα τόσο καιρό να γίνεται το δικό της, αντέδρασε με πείσμα, και σίγουρα ετοιμαζόταν για μια τυπική και περήφανη αποχώρηση από το διαμέρισμα. Αλλά δεν πρόλαβε. 
Γιατί έφυγα εγώ. 
Φυσικά εγώ δεν χτύπησα την πόρτα, άνεργος γάρ, σκέφτηκα τα έξοδα επισκευής.
Εκνευρισμένος όμως καθώς ήμουν πήρα τους δρόμους, ήθελα να ηρεμήσω και να σκεφτώ την κατάσταση χωρίς αυτήν δίπλα μου. Αυτό ήθελα πραγματικά από την ζωή μου και από την Κατερίνα; Έλεγχο, γκρίνια και εισβολή στους πιο προσωπικούς μου χώρους; Τα είχα ξαναζήσει αυτά και δεν κατέληξαν καθόλου ευχάριστα. Να τα ξαναπεράσω; Και μάλιστα για μια γυναίκα που ναι μεν είχα αρχίσει να αισθάνομαι κάποια πράγματα αλλά δεν ήταν και αναντικατάστατη! Και εντάξει, δεν μου άρεσε να μένω μόνος, αλλά ίσως τελικά και να το χρειαζόμουν. Δεν είχα αφήσει καθόλου χρόνο μεταξύ των δύο σχέσεων και ίσως ένα διάστημα εσωτερικής αναζήτησης και απομόνωσης να ήταν απαραίτητο.
Με αυτές τις σκέψεις τριγυρνούσα σκεπτικός αλλά όχι για πολύ. Πρώτον γιατί θυμήθηκα πως το σπίτι ήταν δικό μου άρα γιατί να φύγω εγώ, και δεύτερον γιατί πάνω στα νεύρα μου είχα ξεχάσει να πάρω μπουφάν και είχα ξυλιάσει. Για την ακρίβεια, τουρτούριζα όλο και περισσότερο όσο νύχτωνε, και η εντυπωσιακή είσοδος που είχα σχεδιάσει κατά την επιστροφή μου στο διαμέρισμα και το αγέρωχο και σκληρό ύφος που θα είχα, τσαλακώθηκε ανεπανόρθωτα από τα σαγόνια μου που χτυπούσαν εκνευριστικά γρήγορα. 
Το καυτό μπάνιο με τα αιθέρια έλαια που μου ετοίμασε ήταν ότι έπρεπε, δεν μπορώ να πω. Ώστε για αυτό της άρεσε τόσο πολύ το άρωμα κυπαρισσιού. Η μυρωδιά του σου γεννούσε εικόνες δάσους και βουκολικής ομορφιάς, τόσο μακριά από τις πολυκατοικίες της τσιμεντούπολης! Και η συγκεκριμένη μάρκα ήταν τόσο απαλή και διεισδυτική στο δέρμα, τόσο ναρκωτική και αναζωογονητική ταυτόχρονα, που μου έφερνε μια περίεργη αποχαύνωση, πολλαπλασιασμένη από το τρυφερό μασάζ της Κατερίνας στις πατούσες μου.
Ε, πώς να μην αλλάξω γνώμη; Όχι φυσικά για το ψέμα της, δεν θα την πίστευα ποτέ, αλλά γιατί να αφήσω ένα καταραμένο κείμενο να μου στερήσει τέτοιες απολαύσεις; Εξάλλου, ήταν ένα σύμβολο του παρελθόντος και εγώ το είχα αποδιώξει, άξιζε να γίνει η αιτία να μείνω πάλι μόνος; 
Αλλά και η συμπεριφορά της Κατερίνας άλλαξε. Την παρακολουθούσα μέσα από τους αφρούς της μπανιέρας που είχα στο κεφάλι, μετανιωμένη, να ψάχνει τρόπους και επιχειρήματα. Όσο είχε μείνει μόνη της στο σπίτι και γω περπατούσα στα κρύα, αυτή στα ζεστά είχε αναθεωρήσει την στάση της, και όχι μόνο έδειχνε απρόθυμη να αποχωρήσει από το σπίτι με βασιλική έπαρση αλλά ούτε καν να πλησιάσει την πόρτα. Ιδιαίτερα όσο έβλεπε εμένα να μην πολυνοιάζομαι και να μη μου καίγεται καρφί αν τελικά θα φύγει ή όχι.
Δεν θα μου έλεγε ποτέ την αλήθεια βέβαια, αλλά να ρισκάρει τα πάντα, και έλαια και κεριά και απαγγελίες και ρομάντζα τώρα που τα είχε επιτέλους βρει; Και με τι παρακάλια, τι δάκρυα, με τι βουβούς λυγμούς και αναφιλητά μού ορκίστηκε τα ψέματα της για να με πείσει! Αλλά παρόλο που τελικά υποχώρησα με ένα «εντάξει, εντάξει...» και με μια σαπουνόφουσκα που βγήκε αθέλητα από το στόμα μου, καταλάβαινε πως κατά βάθος δεν την πίστευα, πως είχε κλονιστεί η εμπιστοσύνη μου για αυτήν και πως έχανε κάθε της δικαίωμα. Φοβήθηκε πως ερχόταν η ρήξη, ήταν ολοφάνερο για αυτήν. Έβλεπε στα μάτια μου πως είχα πικραθεί -βασικά, ζαβλάκωμα από το μπάνιο ήταν- και δεν ήμουν πια εκείνος που μέχρι πριν από λίγο θα έκανε τα πάντα για να την κερδίσει. Ήταν η σειρά της να πνίξει τον εγωισμό της αν ήθελε να σώσει τα κεκτημένα της.
Την δέχτηκα πίσω. 
Την συγχώρησα -χωρίς να της το πω φυσικά- αλλά επαναπροσδιόρισα τα όρια μου και έβαλα πάλι τους κανόνες μου. Στην αρχή γιατί ήμουν θυμωμένος και δεν είχα καμία όρεξη να τις κάνω τα τερτίπια ούτε και να ικανοποιώ τα καπρίτσια της. Έγινα πάλι πεζός, ρέμπελος και αναίσθητος, αλλά αυτή το ανεχόταν και έκανε ότι μπορούσε για να μου είναι αρεστή. Και ενώ ο θυμός μού έφυγε κάποια στιγμή, συνέχισα να απολαμβάνω τις φροντίδες της και τις προσπάθειες της, την ριζική αλλαγή του καθεστώτος στο σπίτι και μάλιστα με μια κρυφή, φαλλοκρατική διάθεση. Για τις επόμενες μέρες ήμουν ένας πραγματικός πασάς!
Εγώ δεν έκανα απολύτως τίποτα, είχα μόνο κρατήσει το ξινισμένο μου ύφος και μια στάση που θύμιζε ‘αρκετά, αν δεν θες μπορείς να φύγεις’. Αυτή ήταν σαν βρεγμένη γάτα και, παρόλο που όντως δεν παραδέχτηκε ποτέ την κακοήθεια να εξαφανίσει την εξομολόγηση μου, ήταν μια γυναίκα που έχανε τον άντρα της από δικό της σφάλμα, όταν μάλιστα είχε μόλις περάσει μια περίοδο σχεδόν απόλυτης ευτυχίας και ευμάρειας, μια περίοδο που ήμουν για αυτήν ο ιδανικός σύντροφος.
Μέσα μου βέβαια είχα γλυκαθεί και γρήγορα μου έφυγε κάθε ιδέα περί χωρισμού. Είχα αρχίσει να απολαμβάνω την νέα κατάσταση, καθώς και μια Κατερίνα που εξυπηρετούσε οικιοθελώς την μάλλον έμφυτη ροπή μου προς το ‘κύρης και αφέντης’. Εξάλλου, μετά από την προηγούμενη περίοδο που στιγμή δεν σταμάτησα να προσπαθώ για αυτήν ώστε να περνάει το δυνατότερο καλά, ε, ήταν μια μικρή ανταμοιβή για τους κόπους μου.
Μετά από κανά δυο μέρες μάλιστα, άρπαξα ένα κρύωμα που ίσως και να προερχόταν από την ημέρα του καυγά που γυρνούσα στους δρόμους, και με έριξε στο κρεβάτι. Καθηλώθηκα αθέλητα βέβαια και χωρίς ιδιαίτερο λόγο, γιατί δεν ήμουν τόσο σοβαρά και σίγουρα δεν μου χρειαζόταν τόση ανάπαυση. Αλλά για την Κατερίνα ήταν η καλύτερη αφορμή ώστε να με φροντίσει και να με περιθάλψει, πολύ περισσότερο απ’ ότι ήταν αναγκαίο. 
Και από ένα απλό συνάχι και μερικά φταρνίσματα, βρέθηκα σαν ασθενής ετοιμοθάνατος, όλη μέρα ξαπλωμένος και κουκουλωμένος μέχρι πάνω με κουβέρτες και παπλώματα, και την νοσοκόμα μου συνεχώς πάνω από το κεφάλι μου να με νταντεύει με στοργή. Αν και μερικές φορές βαριόμουν την τόση ξάπλα, ήταν τόσο απολαυστικό να την βλέπω να τρέχει έτσι για μένα και να με προσέχει, που δεν έβγαζα μιλιά και καθόμουν ήσυχα ήσυχα, έχοντας όμως πάντα το ξινισμένο μου ύφος. Πήρε μάλιστα άδεια από την δουλειά της για να είναι πιο συνεπής στα νέα της καθήκοντα απέναντι μου, από μόνη της φυσικά γιατί εγώ δεν της είχα ζητήσει τίποτα. Και μετά, η απόλυτη φροντίδα. Πέρα δώθε στο διαμέρισμα με ασπιρίνες και ένα θερμόμετρο στο χέρι.
Όταν έγινα καλά -δηλαδή όταν βαρέθηκα από την πολλή οριζοντίωση και έπρεπε να ξεπιαστώ και λίγο- μετέφερε την ώρα του μπάνιου από απόγευμα σε πρωί, με μούλιασε μέσα στο νερό με σαπουνάδες και αφρόλουτρα και με άφησε εκεί όσο αυτή καθάριζε το σπίτι, τόσο σχολαστικά που αναρωτήθηκα όταν το είδα αν ήταν το δικό μου.
Τι να πω για τις επόμενες μέρες; Ιδανικές!
 Το πρωί, ενώ αυτή από συνήθεια σηκωνόταν νωρίς νωρίς, με περίμενε καρτερικά να ξυπνήσω και μετά να χουζουρέψω λίγο ακόμα τεμπέλικα στο κρεβάτι. Δεν τολμούσε να αφήσει ανοικτές τις κουρτίνες αλλά ετοίμαζε στα σκοτάδια το λουκούλιο πρωινό μου και ένα καφέ από εκλεκτές ποικιλίες που μου τον σερβίριζε με δίσκο στο κρεβάτι. Ακολουθούσε μια εξαίσια μαγειρική από παραδοσιακές συνταγές της μαμάς της, χουζούρεμα ξανά στο κρεβάτι με ταινίες και μουσική, και το βράδυ, όπως παλιά, μπροστά στο μεγαλοπρεπές παράθυρο για δείπνο, με τις αγαπημένες μου πίτσες αυτή τη φορά και το γνωστό καλό κόκκινο κρασί -κερνούσε αυτή.
Ε, πόσο θα άντεχα τελικά; Τα βρήκαμε μια χαρά, ειδικά εγώ. 
Εννοείται βέβαια πως για όμορφες λέξεις και απαγγελίες ουδείς λόγος! Τι ποίηση και ρομάντζα και κουραφέξαλα, κράτησα το βαρύ αρσενικό μου προφίλ, οι γυναίκες ήθελαν πυγμή και κύρος. Αγριάδα, ρεαλιστικότητα, μικρή αδιαφορία και άστες να τρέχουν πίσω σου. 
Εξάλλου, μπορεί στον ύπνο μου να έγραφα θαυμάσια πράγματα αλλά στο ξύπνιο μου έπρεπε να το παραδεχτώ, ήμουν ατάλαντος.
Και έτσι το ‘παραθύρι’ ξαναέγινε ‘παράθυρο’ και ο ποιητής μέσα μου βαρύ πεπόνι.
 «Η αλήθεια είναι πως μου είχε λείψει λίγο το σκληρό αντράκι που ήσουνα» μου εξομολογήθηκε κάποια στιγμή που η νύχτα μας έβρισκε αγκαλιασμένους και εξαντλημένους από ώρες και ώρες πάθους, να χαζεύουμε τις σκοτεινές ορθογώνιες φιγούρες της πόλης μέσα από την τζαμαρία και τις κουρτίνες, που το βράδυ τις αφήναμε ανοικτές. 
Αλλά κάποιο επόμενο πρωινό, οι κουρτίνες παρέμειναν περιέργως ανοικτές. 
Και τι καταραμένο και εκδικητικό φως έμπαινε πάλι μέσα στο δωμάτιο και δεν με άφηνε να κοιμηθώ, την ώρα που εγώ στριφογυρνούσα στα σκεπάσματα και ονειρευόμουν το πρόβατο-κυνηγό που έγινε βασιλιάς και όλοι ζητωκραύγαζαν από κάτω ‘Ζήτω!’, ‘Αλληλούια!’, ‘Δόξα, δόξα στους νικητές!’
Μα τι αμέλεια ήταν από μέρους της, και πώς ξέχασε τελείως πως δεν άντεχα πια το πρωινό ξύπνημα αν δεν ήταν μια φυσική εξέλιξη χόρτασης ύπνου, και αν δεν συνοδευόταν από γλυκόλογα και ένα γεμάτο δίσκο στο κρεβάτι; 
Καλά, τι ώρα ήταν; 
8...
8;
8!
Δεν ήταν δυνατόν, έτριβα τα μάτια μου που έβλεπαν θολά από την νύστα για να διαψεύσω το ρολόι αλλά μάταια! 
Ο κόσμος περίεργος και γύρω μου... το χάος!
Οι κουρτίνες ορθάνοικτες, οι άλλοτε προσεκτικά τοποθετημένες παντόφλες μου εξαφανισμένες, η ησυχία θρύψαλα από ήχους γεμάτους νεύρα και κλάματα, ακαταστασία, ανοικτές ντουλάπες και συρτάρια, και το ρολόι να επιμένει να δείχνει την ώρα που η Κατερίνα έφευγε για να πάει στην δουλειά της.
Και πάνω στα σκεπάσματα του κρεβατιού πεταμένες τις τρεις σελίδες της εξομολόγησης μου, δίπλα από ένα σκισμένο καφετί φάκελο με γραμματόσημο και σφραγίδα ταχυδρομείου, με αποστολέα εμένα και παραλήπτη την πρώην μου και την ένδειξη ‘Άγνωστος παραλήπτης’! Το γραπτό μου, που τόσο άδικα την είχα κατηγορήσει πως το εξαφάνισε, που ενώ νόμιζα πως είχα σταματήσει να υπνοβατώ, ο αφελής, το είχα ταχυδρομήσει στον ύπνο μου κάποιο από τα προηγούμενα βράδια και τώρα μου το είχαν επιστρέψει!
Τι αλησμόνητη σκηνή!
Η Κατερίνα μπροστά από μια ανοικτή βαλίτσα, να μαζεύει τα πράγματα της γρήγορα γρήγορα, με πληγωμένη αξιοπρέπεια να τα πετάει βιαστικά μέσα -αχ, αυτές οι γυναίκες και η ευαισθησία τους!- να την κλείνει με μανία και να φεύγει κλείνοντας με πάταγο την πόρτα πίσω της.
Κι εγώ να τρέχω ξοπίσω της, φορώντας τις πιτζάμες και την μία μόνο παντόφλα που κατάφερα να βρω, φωνάζοντας απελπισμένα: 
«Κατερίνα! Κατερίνα!... Ω, γλυκύ μου έαρ!... Αλάβαστρος!... Δροσοσταλίδα!...»

11 σχόλια:

Φαίδρα φις είπε...

απίστευτο κείμενο,
βρέθηκα στο κέντρο ενός παραισθητικού χάους και το απόλαυσα...

καλημέρα

Νικος Κρητικου είπε...

Χαίρομαι που σου άρεσε Φαίδρα,

καλημέρα επίσης

den_leei είπε...

Πολύ όμορφο κείμενο και ευχάριστο στην ανάγνωση. Μπράβο σας!

nkarakasis είπε...

Όμορφο κείμενο, θα συμφωνήσω με τους πιο πάνω, το διάβασα ευχάριστα και χωρίς διακοπές (εξάλλου είναι δύσκολο να διαβάζεις σεντόνια στο ιντερνετ).

Εχω την εντύπωση ότι έχει σταλεί σε διαγωνισμό; κάτι μου θυμίζει ο τίτλος, αλλά πάλι δεν είμαι σίγουρος. Αν ναι, θα με ενδιέφερε να μάθω την βαθμολογία του/ κριτικές (αν πάντα θες).

keep writing ..

Νικος Κρητικου είπε...

Ευχαριστώ nkarakasis

Το διήγημα το είχα στείλει στον διαγωνισμό του περιοδικού ΥΦΟΣ, χωρίς να διακριθεί τελικά.
Ο τίτλος ίσως σου φαίνεται γνωστός αν διάβασες τον διάλογο που είχα μαζί τους μέσω του μπλογκ μου. Τον ανέφερε η εκπρόσωπος τους alice κάποια στιγμή. Σου γράφω την διεύθυνση αν δεν έχεις διαβάσει τον διάλογο μας για τον διαγωνισμό τους, έχει ενδιάφερον (στα σχόλια):

http://nikoskritikoublog.blogspot.com/2008/09/blog-post.html

keep writing also nkarakasis...

nkarakasis είπε...

Έχεις δίκιο, εκεί ήτανε. Στον διαγωνισμό του Πατάκη Hotel Internet, πήρες μέρος ; Εγώ ναι και δεν κατάφερα τίποτα, αν και πιστεύω στο έργο μου.

σχετικά με τα σχόλια :
Σίγουρα παίζει ρόλο η μεγάλη προσέλευση κειμένων, αλλά η τυχαιότητα; (αναφέρομαι στην άποψη της alice) δεν μπορώ να το δεχτώ έτσι εύκολα, αυτήν την άποψη. Με αναγκάζει να σκέφτομαι ότι έπαιξα λαχνό..

παω να γράψω...

Νικος Κρητικου είπε...

Στον Πατάκη όχι, δεν έλαβα μέρος. Όπως και στον αντίστοιχο της ΠΕΛ. Γενικά, έχω γίνει πολύ σκεπτικιστής με τους διαγωνισμούς για ένα κυρίως λόγο:
Τους κάνουν για να 'ακουστούν' νέες λογοτεχνικές φωνές, μόνο που όσοι διακρίνονται δεν τους διαβάζεις πουθενά, και όσοι δεν διακρίνονται δεν μαθαίνουν τίποτα από την εμπειρία. Μπορώ να πω κι άλλα, και για αυτήν την τυχαιότητα, και για την ανυπαρξία κάποιων κριτηρίων για την βαθμολόγηση των κειμένων, αλλά μάλλον θα κάνω μια ανάρτηση στο μπλογκ μου για να το συζητήσουμε από εκεί όσοι ενδιαφέρονται.
Πάντως, σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς θα ξαναλάβω μέρος μόνο αν υπάρχει κάποιο χρηματικό βραβείο ή έκδοση των βραβευθέντων (νομίζω πως ο Πατάκης το κάνει αυτό, δεν έστειλα γιατί δεν είχα κάποια ιδέα για το θέμα που ζητούσε).
Όπως είναι τα πράγματα προς το παρών, πράγματι, τραβάμε λαχνό με τις συμμετοχές μας, όποτε...
... keep writing, keep writing.

shelter είπε...

Μου άρεσε πολύ και τολμώ να σχολι-
άσω πως οι κριτές του ΥΦΟΥΣ κακώς
δεν το επέλεξαν για βράβευση. Όχι
πως έχει βέβαια κάποια σημασία. Η
αξία ενός έργου δεν καθορίζεται α-
πό ένα διαγωνισμό.

Νικος Κρητικου είπε...

Ευχαριστώ shelter.
Για τον διαγωνισμό πάντως, από την στιγμή που δεν έχουμε διαβάσει τους βραβευθέντες ας μην κρίνουμε.
Και, έϊ, στείλε μας τις εντυπώσεις σου από τον διαγωνισμό ΚΕΛΑΙΝΩ που διακρίθηκες!

shelter είπε...

Ήταν μια εκδήλωση αφιερωμένη στην
ξενιτιά. Κάποιος τραγούδησε τραγού-
δια χωρίς μουσική και ένας ηθοποι-
ός απήγγειλε ποιήματα (συναφή με το
θέμα) του Δροσίνη και άλλων ποιη-
τών. Υπήρχαν πολλές κατηγορίες δι-
ακρίσεων: αριστεία, βραβεία, έπαι-
νοι... Μαζί με έναν πάπυρο διανε-
μήθηκαν στους βραβευθέντες και με-
τάλλια στα οποία αναγραφόταν "Κε-
λαινώ - Ξάστερον". Το κωμικό στοι-
χείο της εκδηλωσης ήταν ότι από έ-
να σημείο και μετά βάλθηκαν να διαβάζουν τα ονόματα γρήγορα, με
αποτέλεσμα να σηκώνονται πολλοί
μαζί και να γίνεται πανδαιμόνιο.
Εγώ ήμουν η τελευταία "των Μοϊκα-
νών" που φώναξαν και πήρα πρώτο
βραβείο στην κατηγορία "Πεζογρα-
φήματα μιας άλλης προσέγγισης του
θέματος".

Νικος Κρητικου είπε...

Ευχαριστώ shelter που μοιράζεσαι τις εντυπώσεις σου από την τελετή μαζί μας!
Επίτρεψε μου να μεταφέρω αυτό το σχόλιο στα αντίστοιχα του άλλου μου μπλογκ, που γράφω για τον διαγωνισμό του Κελαινώ.
Συγχαρητήρια για την διάκριση και εύχομαι για ακόμα περισσότερες μέσα στο 2009!