Το κέρμα


«Πόσα θα έδινες για ένα τέτοιο κέρμα;» με ρώτησε.
Ούτε φράγκο, του είπα, και του ζήτησα να μην κάνει θόρυβο, ήταν μια κρίσιμη στιγμή. Ήμουν αρκετά ανήσυχος και είχα ιδρώσει και λίγο, μα αφουγκράστηκα το σκοτάδι στο δωμάτιο και η αναπνοή μου ήταν εξαιρετικά σιγανή. Η σιωπή ήταν τεντωμένη, την κρατούσα με τα δόντια. Κατάφερα ακόμα δυο βήματα περπατώντας στα νύχια των ποδιών, αργά, ψηλαφίζοντας στα μουλωχτά τα έπιπλα.
«Λοιπόν;» επέμεινε και με ξαναρώτησε, και δεν ξέρω τι του ήρθε τέτοια ώρα να με ρωτάει τέτοιο πράγμα. Τι αξία είχε ένα συνηθισμένο κέρμα πενήντα λεπτών, μόνο για ρέστα φτιάχτηκε, δεν του δίνω τίποτα του είπα, με νοήματα φυσικά, μη μας ακούσουν. Του χάριζα κι άλλο ένα αν ήθελε, αφού δεν αγόραζα τίποτα με δαύτο. Και στράφηκα πάλι στην δουλειά μου.
«Ανόητε», μου είπε πικραμένα, «δεν έχω καμία αξία για σένα, αξίζεις την προδοσία μου». Και γλυστρώντας από το χέρι μου τελεσίδικα, το κέρμα σταμάτησε να μιλάει κι έπεσε στο πάτωμα, από ύψος ενός περίπου μέτρου.
Χτύπησε με μεταλλικό κρότο στα γυμνά πλακάκια και τράβηξε προς τα μέσα τρέχοντας, κουδουνίζοντας σε κάθε γκέλα που έκανε όσο εγώ το κυνηγούσα τρομοκρατημένος για να το σωπάσω. Κατέληξε να περιστρέφεται σαν σβούρα κάτω από ένα καναπέ, σε ένα σημείο που δεν μπορούσα να το φτάσω, αφήνοντας έναν απαίσιο, συνεχή θόρυβο, που τα μαρτύρησε όλα σε όσους ξύπνησε, το δικό τους πια, πολύτιμο τους κέρμα.

Alter Ego


Θα έπρεπε να φταίει το άγχος μου.
Οι αβέβαιες σκέψεις για το μέλλον, ο τρόπος που ζούσα, η απόλυση μου από την εταιρία που εργαζόμουν, ο καταπιεστικός λαβύρινθος της μεγαλούπολης.
Τέτοιες αντιδράσεις όμως τις είχα μόνο όταν ήμουν πιτσιρικάς και τώρα πια τις χρησιμοποιούσα σαν ανέκδοτα στις παρέες μου, ήταν οι κωμικές αναμνήσεις μιας παιδικής ανησυχίας. Αλλά είχαν περάσει χρόνια από τότε που υπνοβάτησα τελευταία φορά και το είχα θεωρήσει δεδομένο πως ήταν παρελθόν που είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Και τώρα, ηλικία τριάντα χρονών και βάλε, ξαναγύρισα πίσω και βάλθηκα να συνεχίσω τις νυχτερινές μου γκάφες, που είχα σταματήσει όταν ήμουν γύρω στα δεκαεπτά, άντε δεκαοκτώ μου.
Δεν είχα κάνει λίγα τότε αλλά τα δύο πιο χαρακτηριστικά περιστατικά έχουν μείνει αξέχαστα: Την μια, με είχε βρει η μητέρα μου καθιστό στο κρεβάτι, να έχω την παλάμη ορθάνοικτη και στραμμένη προς το στρώμα, ψάχνοντας κάτι αόρατο για όλους τους άλλους πάνω στα σκεπάσματα και περίπου στο ύψος των γονάτων μου. Με κοίταξε άναυδη - και λίγο φοβισμένη απ’ ότι μου διηγήθηκε - και με ρώτησε τι ψάχνω, για να πάρει μια απάντηση όλο μετριοφροσύνη: «Εδώ θα γίνει η Πελοπόννησος».
Η άλλη περίπτωση – και η τελευταία που συνέβη εκείνη την περίοδο – ήταν την εποχή που είχα πρωτοαγοράσει την μοτοσικλέτα μου, που ακόμα και στον ύπνο μου ζούσα και ανέπνεα με ένα αέρα ελευθερίας να με χτυπά στο πρόσωπο. Αυτή την φορά μάρτυρας ήταν ο πατέρας μου, που με βρήκε στο χολ να κρατώ στο ένα χέρι το σεντόνι και στο άλλο τα κλειδιά, ψάχνοντας την μηχανή μου. Το τι το ήθελα το σεντόνι δεν το έμαθα ποτέ και ο πατέρας μου δεν σκέφτηκε να με ρωτήσει. Αρκέστηκε μόνο να μου πει πως η μηχανή ήταν στο συνεργείο, ‘ησύχασε τώρα, θα την πάρεις σε λίγες μέρες’, και αυτός ήταν ο μόνος σίγουρος τρόπος για να ξαναπέσω στο κρεβάτι.
Ωραίες εποχές, διασκεδαστικές.
Τότε όμως, ότι έκανες ήταν ανέμελο και αφελές, χωρίς ιδιαίτερες επιπτώσεις – εκτός κι αν φυσικά έβρισκες την μοτοσικλέτα σου. Θέλω να πω, πως ότι και να έκανες το πολύ πολύ να κατέληγε σε μια ακόμα αφορμή για να γελάσεις με τους φίλους σου, πίνοντας τον καφέ σας και αφηγούμενος τις βραδινές σου περιπέτειες. Αλλά σήμερα ήταν διαφορετικά, δεν ήμουν μόνος, και η Κατερίνα με κοίταζε αυτή τη στιγμή με ένα θυμωμένο βλέμμα ενώ εγώ ακόμα δεν είχα καλά καλά ξυπνήσει. Τα μάτια της ήταν συγχυσμένα: απορία, αμφιβολία και εκνευρισμός τα ταλαιπωρούσαν ενώ ήταν τελείως άνιση η σύγκριση με τα δικά μου: αγουροξυπνημένα, νυσταγμένα και μισόκλειστα.
Είχα ανασηκωθεί ελαφρά στο κρεβάτι και είχα στηριχτεί στον έναν αγκώνα, πνίγοντας ένα χασμουρητό, ενώ αυτή στεκόταν στην μικρή μου κουζίνα ντυμένη κομψά και με παρακολουθούσε πίσω από το χτιστό πάσο. Ζούσα σε ένα διαμέρισμα που ήταν κάτι μεταξύ γκαρσονιέρας και ατελιέ, ένα χώρο γύρω στα ογδόντα τετραγωνικά χωρίς καθόλου εσωτερικούς τοίχους. Το κρεβάτι ήταν κάπου εκεί μέσα και στον τελευταίο τοίχο βρισκόταν μια αρκετά μεγάλη τζαμαρία, ικανή για αυταπάτες και ψευδαισθήσεις.
«Λοιπόν;» με ρώτησε ενώ κρατούσε τις χειρόγραφες σελίδες στο χέρι της.
«Τι ‘λοιπόν’;»
«Δεν θα τις διαβάσεις;»
«Σίγουρα είναι δικές μου;»
«Εγώ πάντως δεν τις έχω γράψει...»
Έτριψα τα μάτια μου ανώφελα, νύσταζα ακόμα. Η Κατερίνα, με μια υποψία εκδίκησης, είχε τραβήξει τις κουρτίνες και είχε αφήσει το πρωινό φως του ήλιου να πέφτει στο κρεβάτι, και κυρίως στο πρόσωπο μου. Αμάν αυτός ο χειμώνας στην Ελλάδα. Παρόλα αυτά, είχα συνηθίσει να σηκώνομαι αργά, είχα ασπαστεί το ωράριο του άνεργου που καταλήγει ρέμπελος και δεν είχα ακόμα πλήρη επαφή με την πραγματικότητα, όσο φως και να έπεφτε πάνω μου.
Κοίταξα κλεφτά το ρολόι στο κομοδίνο και είδα πως ήταν περίπου 8, η ώρα που έφευγε για να πάει στην δουλειά της. Αυτή δεν ήταν άνεργη και συνήθως δεν με ξυπνούσε όταν έφευγε. Εκτός φυσικά από εκείνη την ημέρα.
«Κάτσε να συνέλθω λίγο... πού ήταν;»
«Επάνω στο τραπέζι» μου είπε κοφτά. «Δεν είσαι περίεργος να το διαβάσεις;»
«Εμ... ναι, δε λέω...» απάντησα επιφυλακτικά, διαισθανόμενος την καταιγίδα.
Ήταν η δεύτερη φορά που είχα κάνει κάτι στον ύπνο μου το διάστημα που ήμουν μαζί της. Την προηγούμενη – πριν μερικές εβδομάδες - είχε βρει ένα χρυσό οδηγό ανοικτό στο πάτωμα, δίπλα από μια μισοάδεια κούπα με καφέ και την συσκευή του τηλεφώνου. Τότε έμαθε και για την προϋπηρεσία μου στις αθέμιτες εξερευνήσεις της νύκτας. Κι εγώ έμαθα πως, τι δεκαεπτά τι τριάντα, είχα ξεκινήσει τα παλιά μου κουσούρια. Συζήτηση επί συζητήσεως, καταλήξαμε τελικά πως έψαχνα για δουλειά εκείνο το βράδυ και το θέμα έκλεισε με αστειάκια. Σήμερα όμως;
«Δεν θα διαβάσεις λοιπόν την ερωτική σου εξομολόγηση;» με ρώτησε με κάποια δόση χολής στην φωνή της.
Ωχ.
Κοίταξα το γραπτό στα χέρια της ανήσυχος.
«Ερωτική εξομολόγηση;» ρώτησα με αφέλεια.
«Με τα όλα της».
«Σε ποιόν;»
Δεν μου απάντησε αμέσως αλλά αφού με κοίταξε έντονα και επίμονα, παράτησε εκνευρισμένη τις σελίδες πάνω στο πάσο.
«Στην πρώην σου» είπε απότομα και έκατσε στο τραπέζι που είχε ετοιμάσει το πρωινό της.
Ξανά ωχ.
Άφησα μια δικαιολογημένη απορία να αιωρείται και έπεσα ανάσκελα στο κρεβάτι για να κερδίσω χρόνο. Αλλά είχα αντίπαλο τις ακτίνες του ήλιου που περνούσαν από τις ορθάνοικτες κουρτίνες και έφερα το χέρι μου πάνω από τα μάτια για να τα σκεπάσω. Ένα από τα ελαττώματα που θα ήθελα να μην έχει η Κατερίνα ήταν αυτός ακριβώς ο τρόπος που αντιδρούσε. Όταν αγρίευε, δεν έκανε τρομακτικές σκηνές ούτε την έπιαναν υστερίες, αλλά γινόταν απότομη και περνούσε στην αντεπίθεση με κινήσεις τέτοιου είδους, ανώριμες, εκδικητικές και λίγο ύπουλες. Αυτή την φορά είχε σκεφτεί να μου χαλάσει τον ύπνο, όπως υποθέτω της είχα χαλάσει κι εγώ την διάθεση.
Ωστόσο, περνούσα αρκετά καλά μαζί της και δεν ήθελα να ταράζω την σχέση μας.
Σηκώθηκα μουδιασμένα και αφού παρέμεινα λίγο καθιστός στην άκρη του κρεβατιού, πήγα στην κουζίνα. Σερβιρίστηκα μόνος μου τον ελάχιστο καφέ που είχε απομείνει στην καφετιέρα και αφού περιεργάστηκα λίγο τις τρεις χειρόγραφες σελίδες, άρχισα να τις διαβάζω.
Στην αρχή έπιασα την Κατερίνα να με κοιτάζει επικριτικά με φευγαλέες ματιές. Γρήγορα όμως την ξέχασα γιατί το γραπτό μου με απορρόφησε τελείως.
Τι ήταν αυτό;
Δεν το πίστευα αυτό που διάβαζα, τι πήγα και έγραψα στον ύπνο μου; Ήταν όντως μια ερωτική εξομολόγηση, γεμάτη συναίσθημα και παθιασμένες λέξεις, με μια λίγο πρόχειρη γραφή αλλά πλήρως αναγνώσιμη και με άψογη σύνταξη! Φυσικά δεν ήταν γραμμένη από πραγματικό λογοτέχνη αλλά αυτή ακριβώς η έλλειψη επιδεξιότητας και επιτήδευσης το έκανε ακόμα πιο αληθινό, ζωντανό και σπαραξικάρδιο, μια πραγματική απόδειξη ερωτευμένου ανθρώπου! Δεν υπήρχε περίπτωση να είχα γράψει ξύπνιος κάτι τέτοιο αλλά δεν είχα αμφιβολία πως το είχα κάνει εγώ, αναγνώριζα τον εαυτό μου στους υπότιτλους. Και όχι μόνο είχα περιγράψει συναισθήματα με χειρουργική ακρίβεια, πράγμα που με έκανε να αισθάνομαι άβολα και μερικές έξω φρενών με την τόσο αποκαλυπτική γραφή, αλλά ολοκλήρωνα το κείμενο κάνοντας κάτι αδιανόητο και χάνοντας κάθε ίχνος αξιοπρέπειας και εγωισμού για κάποιον που είχε εγκαταλειφθεί. Με τις λέξεις: ‘Γύρισε πίσω!’
Άρχισα να ξανααισθάνομαι το καυστικό βλέμμα της Κατερίνας επάνω μου. Πώς να μην εκνευριστεί με αυτά που είχε διαβάσει;
«Καρδούλες δεν έβαλες στο τέλος» πέταξε το κεντρί της καθώς άλειφε βούτυρο σε μια φρυγανιά.
«Έλα, μην το παίρνεις και τόσο σοβαρά...» απολογήθηκα ενώ είχα ξυπνήσει για τα καλά, «στον ύπνο μου το έκανα...»
«Το ελπίζω».
Ήταν φανερό πως είχε πληγωθεί. Μασούσε την φρυγανιά με το ίδιο μίσος που θα μασούσε και τις σελίδες. Τουλάχιστον την έπεισα πως είχα υπνοβατήσει, θα ήταν βέβαια χαζό να είχα γράψει κάτι τέτοιο συνειδητά και να το είχα αφήσει τόσο προκλητικά στο τραπέζι. Το πρόβλημα ήταν με τα αισθήματα.
«Μπορεί να μην θες να τα παραδεχτείς ούτε στον εαυτό σου».
«Τρία χρόνια ήμασταν μαζί, παραλίγο να παντρευτούμε και είναι λογικό να έχουν μείνει κάποια αισθήματα. Αλλά σίγουρα όχι έρωτας, για αυτό να είσαι σίγουρη».
Δεν ήταν καθόλου σίγουρη. Και το χειρότερο ήταν πως είχε αρκετό εγωισμό για να βρίσκεται μαζί με κάποιον που σκεφτόταν άλλη, έστω κι αν αυτό δεν ήταν αλήθεια πραγματικά. Ανησύχησα. Είχε πληγεί καίρια ο εγωισμός της και παρόλο που κρατούσε την συμπεριφορά της σε αρκετά αξιοπρεπή επίπεδα, καταλάβαινα τον αναβρασμό μέσα της. Δικαιολόγησα απόλυτα γιατί - αφού τελείωσε γρήγορα το πρωινό της - έφυγε για την δουλειά της προκαλώντας δονήσεις στο διαμέρισμα από το χτύπημα της πόρτας πίσω της.
Πώς τα είχα καταφέρει έτσι;
Δεν είχα καμία πρόθεση να χωρίσω με την Κατερίνα, είχα βρει την ηρεμία μου μαζί της –εξαιρώντας αυτή τη στιγμή - και παρόλο που δεν ήταν ότι πιο έντονο είχα ζήσει, ήμουν αποφασισμένος να είμαι μαζί της. Αν μάλιστα δεν είχα το πρόβλημα της ανεργίας, ίσως και να έβλεπα ακόμα πιο σοβαρά τα πράγματα μαζί της, είχε όλες τις προδιαγραφές που είχα θέσει στον εαυτό μου. Αλλά η αλήθεια είναι πως η γραπτή μου εξομολόγηση με είχε ταρακουνήσει γιατί παρόλο που έδιωχνα πάντα από τις σκέψεις μου εκείνη την προηγούμενη σχέση με το άδοξο τέλος, αναρωτήθηκα τι στο διάολο κουβαλούσα μέσα μου από τότε.
Ήταν όμως ένα ακούσιο πισωγύρισμα στα παλιά και δεν είχα καμία διάθεση να αλλάξω τις αποφάσεις που είχα πάρει. Είχα διαγράψει τηλέφωνα και είχα πετάξει διευθύνσεις, θα κοιτούσα μπροστά. Είχα έναν άνθρωπο σωστό δίπλα μου τώρα, γεμάτο συμπαράσταση και κατανόηση, το παρελθόν το είχα σβήσει οριστικά. Έγραψα ένα ανόητο κείμενο στον ύπνο μου κι αυτό ήταν όλο, δεν θα το άφηνα να μου προκαλέσει αμφιβολίες ή να ταράξει την αισθηματική μου ζωή.
Το ξαναδιάβασα βέβαια αρκετές φορές. Ήταν έξοχο, δεν μπορώ να πω. Αν το είχα γράψει για την Κατερίνα σίγουρα θα συμφωνούσε μαζί μου, θα είχε αφήσει κλειστό το παράθυρο και μένα στις τρυφερές αγκάλες του Μορφέα να δημιουργώ εξομολογήσεις στο χαρτί για αυτήν! Πώς τα είχα σκεφτεί όλα αυτά; Με ποια φαντασία είχα συνθέσει τέτοιες προτάσεις και είχα απεικονίσει τόσο γλαφυρά και τρυφερά, έναν ευαίσθητο εσωτερικό κόσμο; Ίσως θα έπρεπε να γράφω και στο ξύπνιο μου τέτοια κείμενα, εξάλλου, παρά την λίγο μποέμικη συμπεριφορά μου, κατά βάθος ήμουν συναισθηματικός τύπος και ίσως να είχα επιτυχία σε τέτοιου είδους γραφή. Τι φράσεις! Τι εύστοχες παρατηρήσεις! Και τι τριγμούς προκαλούσε στην ζωή μου!
Η πρωταρχική μου σκέψη βέβαια ήταν να το πετάξω, και μάλιστα μπροστά στα μάτια της Κατερίνας, αλλά μου άρεσε τόσο πολύ που αποφάσισα να το κρατήσω. Ήταν ότι καλύτερο είχα γράψει ποτέ μου και κάτι πολύ προσωπικό, γιατί να μην το κρατούσα σαν μια ακόμα ανάμνηση;
Σίγουρος πως θα δυσανασχετούσε αν μάθαινε πως δεν το έσκισα και δεν το έκαψα τελετουργικά στις φλόγες, αποφάσισα να το κρύψω.
Το έχωσα στον πάτο ενός συρταριού της σιφινιέρας και στοίβαξα μπλούζες και παντελόνια από πάνω. Μετά, το έβγαλα και το έβαλα στο συρτάρι του κομοδίνου, γιατί στα ρούχα μπορεί να το έβρισκε, παίζουν με το βασίλειο της γυναίκας; Αλλά και στο κομοδίνο ήταν παρακινδυνευμένο, τόσο κοντά της όταν κοιμόταν και ξυπνούσε! Το καταχώνιασα στην ντουλάπα, μέσα σε κάποιο παλιό κουτί παπουτσιών όπου κρατούσα κάποια αναμνηστικά από διάφορα ταξίδια που είχα κάνει στο εξωτερικό αλλά και πάλι αισθανόμουν ανασφάλεια.
Κάθε φορά που του άλλαζα θέσεις, δεν αντιστεκόμουν στον πειρασμό και το ξαναδιάβαζα. Κατέληγα πάντα πως ήταν θαυμάσιο, εξαιρετικό για κάποιον που δεν έγραφε ποτέ εκτός από την δουλειά του γραφείου. Και καλά, καταλάβαινα πως τις λέξεις θα τις είχα διαβάσει κάπου – διάβαζα αρκετή λογοτεχνία, θα της θυμόμουν ασυνείδητα - αλλά οι προτάσεις; Δεν τις είχα δει πουθενά, τις είχα σκεφτεί μόνος μου. Και πολύ λίγο με απασχολούσε στο τέλος για ποιον τις είχα γράψει, αυτό το προσπέρασα γρήγορα. Τα συναισθήματα που περιέγραφα, εντάξει, πες ότι ήταν απωθημένα, το πραγματικά σημαντικό όμως ήταν το ίδιο το δημιούργημα μου, οι λέξεις και φράσεις που έγραψα εν αγνοία μου.
Έπρεπε λοιπόν να το φυλάξω και να το φυλάξω καλά.
Δεν είχα πολλές επιλογές, το έκρυψα τελικά μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου, του πιο ογκώδες και βαρετού που υπήρχε στην βιβλιοθήκη, στο πιο απόμακρο ράφι. Ούτως ή άλλως η Κατερίνα διαφωνούσε με τις παρακμές που μελετούσα κατά καιρούς. Μόνο για την λογοτεχνία συμφωνούσε, κι αυτή εν μέρει.
Έμενε τώρα να την ηρεμήσω.

***

Επέστρεψε αργά το απόγευμα κατσουφιασμένη, με το ίδιο απότομο και παγωμένο ύφος που είχε φύγει. Την περίμενε όμως ένας ευγενικός και δουλικός υπηρέτης – εγώ -, ένα ζεστό μπάνιο με αιθέρια έλαια, ένα χαλαρωτικό και ανανεωτικό μασάζ, και ένα ρομαντικό δείπνο με κεριά και καλό κόκκινο κρασί.
Μετά από το αρχικό ξερό
«Μπα;»
δέχτηκε τελικά τις φροντίδες μου – με αρκετή περιφρόνηση είναι η αλήθεια - και ζήτησε διαφορετικά έλαια την επόμενη φορά καθώς και λευκό κρασί για το τραπέζι, από εκείνο το ακριβό που προτιμούσε.
Όλες τις μέρες που ακολούθησαν αφιερώθηκα στο να αποδείξω στην Κατερίνα πόσο αφοσιωμένος της ήμουν. Ο άφθονος χρόνος μου μού επέτρεπε να προετοιμάζω στην εντέλεια διάφορες ρομαντικές στιγμές μαζί της: εστιατόρια, λουλούδια, δωράκια, μαγειρικές εκπλήξεις στο σπίτι, μέχρι και ρομαντικές επιστολές – τώρα που είχα πάρει φόρα – απεσταλμένες στην δουλειά της.
«Είσαι τόσο γλυκός όταν δεν είσαι αναίσθητος!»
Και είχε δίκιο, ποτέ δεν είχα κάνει κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια για να είμαστε μαζί αλλά είχα από την αρχή μαζί της αυτή την μικρή αναισθησία ενός χωρισμένου από μεγάλο έρωτα. Αλλά θα το άλλαζα αμέσως.
Σε δύο εβδομάδες μόνο, είχα γίνει το πιο πειθήνιο και ερωτευμένο πρόβατο που είχε γνωρίσει ποτέ της. Και αφού ξεπέρασε τα πρώτα πείσματα και την κρυάδα που της είχα δώσει, η αντίσταση της άρχισε να κάμπτεται. Δεν άργησε να μαλακώσει και να πείθεται σιγά σιγά πως μόνο αυτή υπήρχε για μένα, κέρδιζα πάλι την εμπιστοσύνη της. Και γω ήμουν εξαιρετικός, η αγωνία μου μήπως την χάσω με είχε ξυπνήσει, είχε ανεβάσει την αδρεναλίνη μου και το μυαλό μου παρήγαγε διαρκώς ευφυολογήματα και έξυπνες ιδέες που της κρατούσαν αμείωτο το ενδιαφέρον. Αγόρασα μάλιστα και τα ερωτικά σονέτα του Νερούδα ώστε να της τα απαγγέλλω – ή να της τα ψιθυρίζω, ανάλογα με την περίσταση. Το λάτρεψε!
Και από το κατσουφιασμένο ύφος της πρώτης μέρας, δεν θα ήταν υπερβολή να πω πως στο τέλος έλαμπε ολόκληρη από ικανοποίηση και ευτυχία. Οι μικρές της εκδικήσεις γίναν καπνός, απέκτησε βέβαια κάποιες ιδιοτροπίες καθώς την κακομάθαινα αλλά ήταν υποφερτές και τις ικανοποιούσα αμέσως. Γιατί και γω αισθανόμουν όμορφα, δεν είχαμε ξαναπεράσει καλύτερες στιγμές μαζί. Και σύμφωνα με την ποιητική συνήθεια που είχα αποκτήσει εκείνες τις μέρες, υπήρχε μια γλυκιά και αέναη γαλήνη στο σπίτι, αιθέρια, που μας τύλιγε και μας έβρισκε αγκαλιασμένους μπροστά από έναν έναστρο ουρανό - στην τζαμαρία του παραθύρου δηλαδή - όπου γλυκοχάραζε και γλυκοσουρούπωνε, και μείς γλυκοκοιμόμασταν – χρειαζόμουν βέβαια εξάσκηση, το ξέρω.
Οι υπνοβασίες ξεχάστηκαν γρήγορα, ποιος ήθελε να ασχολείται πια με τόσο χαζά θέματα; Εξάλλου, δεν νυχτοπερπατούσα καθόλου ούτε τριγυρνούσα βραδιάτικα με χρυσούς οδηγούς και εξομολογήσεις στο χέρι. Η προσπάθεια μου με είχε απορροφήσει τελείως και το μυαλό μου ήταν σε αυτήν όλη μέρα, ευτυχώς και την νύχτα. Σαν φωτισμένη επιγραφή το είχε καταλάβει εξ ολοκλήρου: ‘Κατερίνα!’.
Έτσι κύλησαν εκείνες οι μέρες: ήρεμες και ευτυχισμένες. Το πρωί σηκωνόταν σιγά σιγά μην τυχόν και χαλάσει την μαγεία, περπατούσε στα νύχια των ποδιών της, έκλεινε επιμελώς τις κουρτίνες να μην με ενοχλήσει το φως του ήλιου, μου άφηνε καφέ στην καφετιέρα και πήγαινε στην δουλειά της. Εγώ σηκωνόμουν αργά, χασμουριόμουν και τεντωνόμουν φρέσκος και γεμάτος όρεξη και ζωντάνια. Έπινα τον καφέ που είχε φτιάξει το ταίρι μου με τα χεράκια του, διάβαζα την εφημερίδα μου ντυμένος στις πιτζάμες μου και αργότερα ίσως να έκανα και κανά περίπατο στους δρόμους τις μεγαλούπολης.
Το μεσημέρι μαγείρευα εξωτικές συνταγές – ήμουν εξαιρετικός μάγειρας παρεμπιπτόντως - ετοίμαζα ραβασάκια που της τα έστελνα με τον ανθοπώλη της γειτονιάς και, μιας και αποδείχτηκε πως η Κατερίνα έλιωνε με κάτι τέτοια, διάβαζα διψασμένα ποίηση και ρομαντική λογοτεχνία για να γίνομαι καλύτερος σε όσα της έγραφα. Αποστήθιζα φράσεις και στοίχους, ‘να μη σ’ αγγίξει η νύχτα μήτε η αυγή ούτε το αγέρι’ , ‘έχεις μες στα μαλλιά σου περικοκλάδες κι άστρα’ και λέξεις εύηχες και εντυπωσιακές: αλάβαστρος, γέρμα, δροσοσταλίδα, ονειροπαρσιά, αμάραντος!
Αυτή γυρνούσε το απόγευμα κουρασμένη, διάλεγε ένα από την συλλογή αρωματικών ελαίων που της είχα αγοράσει – ζήτησε και λίγο μέλι – και βούλιαζε με μεγαλοπρέπεια και χάρη στην μπανιέρα που είχα ήδη ετοιμάσει ενώ εγώ τις έτριβα απαλά τα πέλματα.
«Γυρέψαν’ έτσι οι δυο μας, μια τρύπα, άλλον πλανήτη...»
«μμμ...»
«όπου να μην αγγίζει τ’ αλάτι τα μαλλιά σου...»
«μμμ...»
«όπου να μην φυτρώνουν πόνοι από φταίξιμο μου...»
«μμμ...»
«και να ζει το ψωμί χωρίς λαχτάρες».
«κι άλλο...»
Το βράδυ, παίρναμε το δείπνο μας μπροστά στην τζαμαρία, λευκό κρασί και ένα κόκκινο τραπεζομάντιλο οι βοηθοί μου, μια νυχτερινή φωτισμένη πόλη απέξω και ένα απαλό σαξόφωνο να κεντάει την ερωτική ατμόσφαιρα.
Και μετά ξανά από την αρχή.
Τι μέρες!
Η Κατερίνα να πλέει σε πελάγη ευτυχίας, πιο ερωτευμένη από ποτέ, να έχει βρει τον ιδανικό πρίγκιπα που από ρέμπελος και απαθής είχε μεταμορφωθεί σε ποιητή και σκλάβο, κι εγώ ένα πρόβατο – κρυφός κυνηγός, που άρχισε σιγά σιγά τις προσπάθειες να γράψει δικά του ποιήματα και φλογερά κείμενα για την καλή του!
Η αλήθεια βέβαια ήταν πως δεν ήταν καθόλου εύκολο αυτό το παιχνίδι με τις λέξεις, η προσεκτική επιλογή τους και η σύνθεση τους σε μουσικές προτάσεις, το χρώμα τους, η ακριβής απεικόνιση ιδεών και συναισθημάτων. Με προβλημάτιζε πολύ και η μοναδικότητα που υπήρχε ανάμεσα στα συνώνυμα και το πόσο ξεχωριστά ήταν αυτά μεταξύ τους, ενώ με τη ματιά του αδαή μιλούσαν απλά για το ίδιο πράγμα. Μα ήταν το ίδιο η λέξη ‘πέτρα’ με την λέξη ‘λίθος’; Το ‘βράδυ’ με την ‘νύκτα’; Ήταν το ίδιο η λέξη ‘παράθυρο’ με την λέξη ‘παραθύρι’;
Ήταν όμως τόσο ισχυρό όπλο στα χέρια ενός άντρα που στοχεύει στην καρδιά μιας ρομαντικής γυναίκας! Γιατί δεν το είχα ανακαλύψει νωρίτερα;
Αλλά η πρόοδος μου στο ξύπνιο ήταν αργή, το ταλέντο μου ζούσε την νύχτα. Τι στο διάολο είχα γράψει εκείνη τo βράδυ; Ή καλύτερα, ποιος κολασμένος άγγελος είχε οδηγήσει το χέρι μου εκείνη τη νύχτα; Πώς είχα ζωγραφίσει στο χαρτί με λέξεις τέτοιο συναισθηματικό... εμ... πορτρέτο;... κολλάζ;... να πάρει, μου έλειπε η λέξη.
Υπήρχε όμως το γραπτό μου, που ήταν και η αφορμή για αυτές τις ριζικές αλλαγές. Θα γινόταν ο φάρος για ακόμα καλύτερες στιγμές!
Αμ δε.
Η εξομολόγηση δεν ήταν πουθενά. Ανώφελα ξεφύλλιζα με ταχύτητα καρτούν τις σελίδες εκείνου του χοντρού βιβλίου, ο οδηγός μου είχε χαθεί, είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης. Ξεσήκωσα την βιβλιοθήκη, κατέβασα όλα τα βιβλία, μήπως το είχα βάλει αλλού; Μήπως είχε παραπέσει πουθενά; Όχι, ήταν άφαντη.
Είχε κλαπεί!
Δεν το πίστευα, εγώ είχα κάνει τόσα για να κερδίσω την εμπιστοσύνη της, είχα γίνει υπηρέτης, ποιητής και καραγκιόζης για να την κερδίσω και αυτή δεν σεβάστηκε μια τόσο προσωπική στιγμή! Ήταν δυνατόν να με αμφισβητούσε μετά από όλα αυτά; Ποιος ξέρει σε τι κακιά μοίρα είχε σπρώξει την εξομολόγηση μου η Κατερίνα σε άλλη μια από τις εκδικητικές της κινήσεις! Της είχα δώσει όλη την αυτοπεποίθηση που χρειαζόταν για να κάνει κάτι τέτοιο, την είχα κάνει κακομαθημένη βασίλισσα, και που; μέσα στο ίδιο μου το σπίτι! Ώστε για αυτό αισθανόταν τόση σιγουριά και χαρά, νόμιζε πως ήμουν έρμαιο στα χέρια της λοιπόν και πως αυτή θα έβαζε τους κανόνες! Κι εγώ ναι, σαν βλάκας της είχα πει πως δεν το είχα πετάξει αλλά το είχα φυλάξει στην βιβλιοθήκη, όταν νόμιζα πως όλα ήταν μέλι γάλα μεταξύ μας.
Α, όλα κι όλα. Υπήρχαν και κάποια όρια και τα είχε ξεπεράσει, δεν ήμουν διατεθειμένος να το αφήσω να περάσει έτσι. Είχα και γω εγωισμό, αν δεν μπορούσε να δεχτεί όσα έκανα για αυτήν χωρίς να σέβεται την δικιά μου προσωπικότητα και τα υπάρχοντα μου, τότε υπήρχε σοβαρό πρόβλημα.
Κι έτσι, αντί για το γνωστό της αρωματικό μπάνιο, το απόγευμα την περίμενε σκωτσέζικο ντους.
«Τι έκανες την εξομολόγηση; Τι; Τι;»
«Δεν την άγγιξα!»
Ψεύτρα!
«Αλήθεια σου λέω!»
Δόλια γυναίκα!
«Δεν με ενδιαφέρει η εξομολόγηση σου! Δεν είχα κανένα λόγο να την πετάξω!»
Φθονερή! Ζηλιάρα! Αχάριστη!
Έχασα κάθε διάθεση μαζί της, ξέχασα και ποίηση και ρομαντικές στιγμές και κάθε δουλικότητα. Έγινα ο παλιός μου εαυτός σε μια στιγμή, πώς είχα εμπιστευτεί μια γυναίκα;
Κι αυτή, συνηθισμένη όπως την είχα τόσο καιρό να γίνεται το δικό της, αντέδρασε με πείσμα και σίγουρα ετοιμαζόταν για μια τυπική και περήφανη αποχώρηση από το διαμέρισμα. Αλλά δεν πρόλαβε.
Γιατί έφυγα εγώ.
Φυσικά εγώ δεν χτύπησα την πόρτα, άνεργος γάρ, σκέφτηκα τα έξοδα επισκευής.
Εκνευρισμένος όμως καθώς ήμουν πήρα τους δρόμους, ήθελα να ηρεμήσω και να σκεφτώ την κατάσταση χωρίς αυτήν δίπλα μου. Αυτό ήθελα πραγματικά από την ζωή μου και από την Κατερίνα; Έλεγχο, γκρίνια και εισβολή στους πιο προσωπικούς μου χώρους; Τα είχα ξαναζήσει αυτά και δεν κατέληξαν καθόλου ευχάριστα. Να τα ξαναπεράσω; Και μάλιστα για μια γυναίκα που ναι μεν είχα αρχίσει να αισθάνομαι κάποια πράγματα αλλά δεν ήταν και αναντικατάστατη! Και εντάξει, δεν μου άρεσε να μένω μόνος αλλά ίσως τελικά και να το χρειαζόμουν, δεν είχα αφήσει καθόλου χρόνο μεταξύ των δύο σχέσεων και ίσως ένα διάστημα εσωτερικής αναζήτησης και απομόνωσης να ήταν απαραίτητο.
Με αυτές τις σκέψεις τριγυρνούσα σκεπτικός αλλά όχι για πολύ, πρώτον γιατί θυμήθηκα πως το σπίτι ήταν δικό μου άρα γιατί να φύγω εγώ, και δεύτερον γιατί πάνω στα νεύρα μου είχα ξεχάσει να πάρω μπουφάν και είχα ξυλιάσει. Για την ακρίβεια τουρτούριζα όλο και περισσότερο όσο νύχτωνε, και η εντυπωσιακή είσοδος που είχα σχεδιάσει κατά την επιστροφή μου στο διαμέρισμα και το αγέρωχο και σκληρό ύφος που θα είχα, τσαλακώθηκε ανεπανόρθωτα από τα σαγόνια μου που χτυπούσαν εκνευριστικά γρήγορα.
Το καυτό μπάνιο με τα αιθέρια έλαια που μου ετοίμασε ήταν ότι έπρεπε, δεν μπορώ να πω. Ώστε για αυτό της άρεσε τόσο πολύ το άρωμα κυπαρισσιού, η μυρωδιά του σου γεννούσε εικόνες δάσους και βουκολικής ομορφιάς, τόσο μακριά από τις πολυκατοικίες της τσιμεντούπολης! Και η συγκεκριμένη μάρκα ήταν τόσο απαλή και διεισδυτική στο δέρμα, τόσο ναρκωτική και αναζωογονητική ταυτόχρονα, που μου έφερνε μια περίεργη αποχαύνωση, πολλαπλασιασμένη από το τρυφερό μασάζ της Κατερίνας στις πατούσες μου.
Ε, πώς να μην αλλάξω γνώμη; Όχι φυσικά για το ψέμα της, δεν θα την πίστευα ποτέ, αλλά γιατί να αφήσω ένα καταραμένο κείμενο να μου στερήσει τέτοιες απολαύσεις; Εξάλλου, ήταν ένα σύμβολο του παρελθόντος και εγώ το είχα αποδιώξει, άξιζε να γίνει η αιτία να μείνω πάλι μόνος;
Αλλά και η συμπεριφορά της Κατερίνας άλλαξε, την παρακολουθούσα μέσα από τους αφρούς της μπανιέρας που είχα στο κεφάλι, μετανιωμένη, να ψάχνει τρόπους και επιχειρήματα. Όσο είχε μείνει μόνη της στο σπίτι και γω περπατούσα στα κρύα, αυτή στα ζεστά είχε αναθεωρήσει την στάση της και όχι μόνο δεν έδειχνε πρόθυμη να αποχωρήσει από το σπίτι με βασιλική έπαρση αλλά ούτε καν να πλησιάσει την πόρτα. Ιδιαίτερα όσο έβλεπε εμένα να μην πολυνοιάζομαι και να μην μου καίγεται καρφί αν τελικά θα φύγει ή όχι.
Δεν θα μου έλεγε ποτέ την αλήθεια βέβαια, αλλά να ρισκάρει τα πάντα, και έλαια και κεριά και απαγγελίες και ρομάντζα, τώρα που τα είχε επιτέλους βρει; Και με τι παρακάλια, τι δάκρυα, με τι βουβούς λυγμούς και αναφιλητά μού ορκίστηκε τα ψέματα της για να με πείσει! Αλλά παρόλο που τελικά υποχώρησα με ένα «εντάξει, εντάξει...» και με μια σαπουνόφουσκα που βγήκε αθέλητα από το στόμα μου, καταλάβαινε πως κατά βάθος δεν την πίστευα, πως είχε κλονιστεί η εμπιστοσύνη μου για αυτήν και πως έχανε κάθε της δικαίωμα. Φοβήθηκε πως ερχόταν η ρήξη, ήταν ολοφάνερο για αυτήν, έβλεπε στα μάτια μου πως είχα πικραθεί – βασικά, ζαβλάκωμα από το μπάνιο ήταν - και δεν ήμουν πια εκείνος που μέχρι πριν λίγο θα έκανε τα πάντα για να την κερδίσει. Ήταν η σειρά της να πνίξει τον εγωισμό της αν ήθελε να σώσει τα κεκτημένα της.
Την δέχτηκα πίσω.
Την συγχώρησα – χωρίς να της το πω φυσικά- αλλά επαναπροσδιόρισα τα όρια μου και έβαλα πάλι τους κανόνες μου. Στην αρχή γιατί ήμουν θυμωμένος και δεν είχα καμία όρεξη να τις κάνω πια τα τερτίπια ούτε και να ικανοποιώ τα καπρίτσια της. Έγινα πάλι πεζός, ρέμπελος και αναίσθητος αλλά αυτή το ανεχόταν και έκανε ότι μπορούσε για να μου είναι αρεστή. Και ενώ ο θυμός μου έφυγε κάποια στιγμή, συνέχισα να απολαμβάνω τις φροντίδες της και τις προσπάθειες της, την ριζική αλλαγή του καθεστώτος στο σπίτι και μάλιστα με μια κρυφή, φαλλοκρατική διάθεση. Για τις επόμενες μέρες ήμουν ένας πραγματικός πασάς!
Εγώ δεν έκανα απολύτως τίποτα, είχα μόνο κρατήσει το ξινισμένο μου ύφος και μια στάση που θύμιζε ‘αρκετά, αν δεν θες μπορείς να φύγεις’. Αυτή ήταν σαν βρεγμένη γάτα και, παρόλο που όντως δεν παραδέχτηκε ποτέ την κακοήθεια να εξαφανίσει την εξομολόγηση μου, ήταν μια γυναίκα που έχανε τον άντρα της από δικό της σφάλμα, όταν μάλιστα είχε μόλις περάσει μια περίοδο σχεδόν απόλυτης ευτυχίας και ευμάρειας, μια περίοδο που ήμουν για αυτήν ο ιδανικός σύντροφος!
Μέσα μου βέβαια είχα γλυκαθεί και γρήγορα μου έφυγε κάθε ιδέα περί χωρισμού, είχα αρχίσει να απολαμβάνω την νέα κατάσταση καθώς και μια Κατερίνα που εξυπηρετούσε οικιοθελώς την μάλλον έμφυτη ροπή μου προς το ‘κύρης και αφέντης’. Εξάλλου, μετά από την προηγούμενη περίοδο που στιγμή δεν σταμάτησα να προσπαθώ για αυτήν ώστε να περνάει το δυνατότερο καλά, ε, ήταν μια μικρή ανταμοιβή για τους κόπους μου!
Μετά από κανά δυο μέρες μάλιστα, άρπαξα ένα κρύωμα που ίσως και να προερχόταν από την ημέρα του καυγά που γυρνούσα στους δρόμους, και με έριξε στο κρεβάτι. Καθηλώθηκα αθέλητα βέβαια και χωρίς ιδιαίτερο λόγο, γιατί δεν ήμουν τόσο σοβαρά και σίγουρα δεν μου χρειαζόταν τόση ανάπαυση. Αλλά για την Κατερίνα, ήταν η καλύτερη αφορμή ώστε να με φροντίσει και να με περιθάλψει, πολύ περισσότερο απ’ ότι ήταν αναγκαίο.
Και από ένα απλό συνάχι και μερικά φταρνίσματα, βρέθηκα σαν ασθενής ετοιμοθάνατος, όλη μέρα ξαπλωμένος και κουκουλωμένος μέχρι πάνω με κουβέρτες και παπλώματα, και την νοσοκόμα μου συνεχώς πάνω από το κεφάλι μου να με νταντεύει με στοργή. Αν και μερικές φορές βαριόμουν τόση ξάπλα, ήταν τόσο απολαυστικό να την βλέπω να τρέχει έτσι για μένα και να με προσέχει, που δεν έβγαζα μιλιά και καθόμουν ήσυχα ήσυχα, έχοντας όμως πάντα αυτό το ξινισμένο ύφος. Πήρε μάλιστα άδεια από την δουλειά της για να είναι πιο συνεπής στα νέα της καθήκοντα απέναντι μου, από μόνη της φυσικά γιατί εγώ δεν της είχα ζητήσει τίποτα. Και μετά, η απόλυτη φροντίδα, πέρα δώθε στο διαμέρισμα με ασπιρίνες και ένα θερμόμετρο στο χέρι.
Όταν έγινα καλά, δηλαδή όταν βαρέθηκα από την πολλή οριζοντίωση και έπρεπε να ξεπιαστώ και λίγο, μετέφερε την ώρα του μπάνιου από απόγευμα σε πρωί, με μούλιασε μέσα στο νερό με σαπουνάδες και αφρόλουτρα και με άφησε εκεί όσο αυτή καθάριζε το σπίτι, τόσο σχολαστικά που αναρωτήθηκα όταν το είδα αν ήταν το δικό μου.
Τι να πω για τις επόμενες μέρες; Ιδανικές!
Το πρωί, ενώ αυτή από συνήθεια σηκωνόταν νωρίς νωρίς, με περίμενε καρτερικά να ξυπνήσω και μετά να χουζουρέψω λίγο ακόμα τεμπέλικα στο κρεβάτι. Δεν τολμούσε να τραβήξει τις κουρτίνες αλλά ετοίμαζε στα σκοτάδια το λουκούλιο πρωινό μου και ένα καφέ από εκλεκτές ποικιλίες που μου τον σερβίριζε με δίσκο στο κρεβάτι. Ακολουθούσε μια εξαίσια μαγειρική από παραδοσιακές συνταγές της μαμάς της, χουζούρεμα ξανά στο κρεβάτι με ταινίες και μουσική, και το βράδυ, όπως παλιά, μπροστά στο μεγαλοπρεπές παράθυρο για δείπνο με τις αγαπημένες μου πίτσες αυτή τη φορά και το γνωστό καλό κόκκινο κρασί – κερνούσε αυτή.
Ε, πόσο θα άντεχα τελικά; Τα βρήκαμε μια χαρά, ειδικά εγώ.
Εννοείται βέβαια πως για όμορφες λέξεις και απαγγελίες, ουδείς λόγος! Τι ποίηση και ρομάντζα και κουραφέξαλα, κράτησα το βαρύ αρσενικό μου προφίλ, οι γυναίκες ήθελαν πυγμή και κύρος. Αγριάδα, ρεαλιστικότητα, μικρή αδιαφορία και άστες να τρέχουν πίσω σου.
Εξάλλου, μπορεί στον ύπνο μου να έγραφα θαυμάσια πράγματα αλλά στο ξύπνιο μου έπρεπε να το παραδεχτώ, ήμουν ατάλαντος.
Και έτσι το ‘παραθύρι’ ξαναέγινε ‘παράθυρο’ και ο ποιητής μέσα μου, βαρύ πεπόνι.
«Η αλήθεια είναι πως μου είχε λείψει λίγο το σκληρό αντράκι που ήσουνα» μου εξομολογήθηκε κάποια στιγμή που η νύχτα μας έβρισκε αγκαλιασμένους και εξαντλημένους από ώρες και ώρες πάθους, να χαζεύουμε τις σκοτεινές ορθογώνιες φιγούρες της πόλης μέσα από την τζαμαρία και τις κουρτίνες, που το βράδυ τις αφήναμε ανοικτές.
Αλλά κάποιο επόμενο πρωινό, οι κουρτίνες παρέμειναν περιέργως ανοικτές.
Και τι καταραμένο και εκδικητικό φως έμπαινε πάλι μέσα στο δωμάτιο και δεν με άφηνε να κοιμηθώ, την ώρα που εγώ στριφογυρνούσα στα σκεπάσματα και ονειρευόμουν το πρόβατο - κυνηγό που έγινε βασιλιάς και όλοι ζητωκραύγαζαν από κάτω ‘Ζήτω!’, ‘Αλληλούια!’, ‘Δόξα, δόξα στους νικητές!’.
Μα τι αμέλεια ήταν από μέρους της και πως ξέχασε τελείως πως δεν άντεχα πια το πρωινό ξύπνημα αν δεν ήταν μια φυσική εξέλιξη χόρτασης ύπνου και αν δεν συνοδευόταν από γλυκόλογα και ένα γεμάτο δίσκο στο κρεβάτι;
Καλά, τι ώρα ήταν;
8...
8;
8!
Δεν ήταν δυνατόν, έτριβα τα μάτια μου που έβλεπαν θολά από την νύστα για να διαψεύσω το ρολόι αλλά μάταια!
Ο κόσμος περίεργος και γύρω μου... το χάος!
Οι κουρτίνες ορθάνοικτες, οι άλλοτε προσεκτικά τοποθετημένες παντόφλες μου εξαφανισμένες, η ησυχία θρύψαλα από ήχους γεμάτους νεύρα και κλάματα, ακαταστασία, ανοικτές ντουλάπες και συρτάρια, και το ρολόι να επιμένει να δείχνει την ώρα που η Κατερίνα έφευγε για να πάει στην δουλειά της.
Και πάνω στα σκεπάσματα του κρεβατιού, πεταμένες τις τρεις σελίδες της εξομολόγησης μου, δίπλα από ένα σκισμένο καφετί φάκελο με γραμματόσημο και σφραγίδα ταχυδρομείου, με αποστολέα εμένα και παραλήπτη την πρώην μου και την ένδειξη ‘Άγνωστος παραλήπτης’! Το γραπτό μου, που τόσο άδικα την είχα κατηγορήσει πως το εξαφάνισε, που ενώ νόμιζα πως είχα σταματήσει να υπνοβατώ, ο αφελής, το είχα ταχυδρομήσει στον ύπνο μου κάποιο από τα προηγούμενα βράδια και τώρα μου το είχαν επιστρέψει!
Τι αλησμόνητη σκηνή!
Η Κατερίνα μπροστά από μια ανοικτή βαλίτσα, να μαζεύει τα πράγματα της γρήγορα γρήγορα, με πληγωμένη αξιοπρέπεια να τα πετάει βιαστικά μέσα - αχ, αυτές οι γυναίκες και η ευαισθησία τους! - να την κλείνει με μανία και να φεύγει κλείνοντας με πάταγο την πόρτα πίσω της.
Και γω να τρέχω ξοπίσω της, φορώντας τις πιτζάμες και την μία μόνο παντόφλα που κατάφερα να βρω, φωνάζοντας απελπισμένα:
«Κατερίνα! Κατερίνα!... Ω, γλυκύ μου έαρ!... Αλάβαστρος!... Δροσοσταλίδα!...»

Ώρες αφοσίωσης


Τον είδα κάπως προβληματισμένο.
«Πως πήγε η συνέντευξη;» τον ρώτησα. Εννοούσα την συνέντευξη για την δουλειά.
«Πως να πάει, τα ίδια, με ρώτησαν αυτά που έπρεπε να με ρωτήσουν, απάντησα αυτά που έπρεπε να απαντήσω».
«Σε βρίσκω όμως κάπως σκεπτικό».
«Α, όχι, τίποτα ιδιαίτερο, σκεφτόμουν τα καινούργια πράγματα που έμαθα σε αυτή τη συνέντευξη».
«Δηλαδή;»
«Να, το κυλιώμενο ωράριο για παράδειγμα».
«Τι, είναι με βάρδυες;»
«Όχι, όχι, εννοώ πως ανά τακτά χρονικά διαστήματα το ωράριο μετατίθεται μια ώρα μπροστά».
«Δεν σε καταλαβαίνω».
«Ρε παιδί μου, όταν εγώ πρωτοξεκίνησα να δουλεύω, το συνήθες οκτάωρο ήταν από τις επτά το πρωί μέχρι τις τρεις το μεσημέρι. Στην επόμενη μου δουλειά, είχε καθιερωθεί το οχτώ – τέσσερις. Μετά, έγινε εννιά – πέντε, και σε αυτή τη δουλειά τώρα μου είπαν από τις δέκα μέχρι τις έξι».
«Το επόμενο θα είναι έντεκα - επτά;»
«Εκεί πάει».
«Γιατί δεν περιμένεις μέχρι να κάνει τον κύκλο του και να ξαναγίνει επτά – τρεις;»
«Πόσα χρόνια θα πάρει κάτι τέτοιο;»
«Που να ξέρω; Για κάνε τους υπολογισμούς, από τότε που δούλευες το επτά – τρεις μέχρι σήμερα που είναι το δέκα – έξι, πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε, βρες πόσα χρόνια κρατά το κάθε ωράριο, υπολόγισε την συχνότητα και νάτο, βρήκες πότε θα ξαναβγεί το επτά – τρεις».
«Χμ, δύσκολο να υπολογίσω, μου λείπουν παράμετροι. Εκτός αυτού, δεν υπολόγισες στην εξίσωση και τις ώρες υποχρέωσης».
«Ποιές ώρες υποχρέωσης;»
«Οι υπερωρίες που δεν πληρώνεσαι, τώρα τις λένε ώρες υποχρέωσης».
«Ώρες υποχρέωσης;»
«Υποθέτω, από το αγγλικό commitment»
«Commitment σημαίνει και αφοσίωση».
«Και εγκλεισμός σε φυλακή ή ψυχιατρείο, σύμφωνα με το λεξικό».
«Εσένα πως στο μετέφρασαν;»
«Δεν μου το μετέφρασαν. Commitment το είπαν. Οι ώρες που δουλεύεις για το commitment. Έχει σημασία;»
«Δεν νομίζω. Αλλά αν ήμουν εγώ μάνατζερ θα το μετέφραζα ‘ώρες αφοσίωσης’».
«Πές το όπως θες».
«Πρέπει να έχει την έννοια της δέσμευσης. Ή της υποχρεωτικής δέσμευσης. Ή της αφοσιωμένης δέσμευσης».
«Έχει την έννοια της υπερωρίας που δεν πληρώνεσαι».
«Και τις λένε ώρες υποχρέωσης ή ώρες αφοσίωσης; Και οι κανονικές ώρες που θα δουλεύεις; Δεν είναι ώρες αφοσίωσης ή υποχρέωσης;»
«Όχι. Αφού εκείνες τις πληρώνεσαι».
«Κάτσε, δηλαδή θα πληρώνεσαι για τις ώρες που δεν είσαι αφοσιωμένος ή υποχρεωμένος και δεν θα πληρώνεσαι για τις ώρες που θα είσαι;»
«Κάπως έτσι, αν θες να παίξεις με τις λέξεις. Βέβαια, αναλόγως με τις ώρες commitment παίρνεις και ένα μπόνους στο τέλος του χρόνου».
«Πόσο;»
«Δεν ξέρω, εδώ δεν ξέρεις πόσες θα είναι οι ώρες commitment».
«Κάτσε, υπάρχει μια άμεση σχέση αυτών των ωρών commitment και του μπόνους; Δηλαδή, όσες περισσότερες ώρες commitment δουλέψεις, τόσο περισσότερο μπόνους θα πάρεις;»
«Ά, όχι. Αλλοιώς θα ήταν υπερωρίες. Απλά, στο τέλος κρίνουν πόση αφοσίωση ή δέσμευση ή υποχρέωση έχεις δείξει, ωρολογιακά πάντα, και μετά σου δίνουν ένα μπόνους. Πόσο είναι αυτό, ούτε αυτοί δεν το ξέρουν από τώρα. Εξαρτάται και από τα κέρδη τις εταιρίας».
«Δηλαδή, αν δεν έχει κέρδος η εταιρία δεν έχει και μπόνους;»
«Ακριβώς».
«Και σου μένει η αφοσίωση».
«Και η δέσμευση».
«Και η υποχρέωση».
«Γι’ αυτό τις λένε commitment. Γιατί τις κάνεις έτσι, χωρίς να θέλεις να πληρωθείς, για το commitment».
«Γιατί είσαι αφοσιωμένος».
«Ή δεσμευμένος».
«Ή υποχρεωμένος».

Στο παγκάκι που έκατσε


Κάθησε σε ένα παγκάκι μέσα σε ένα μικρό πάρκο, ευδιάθετος που επιτέλους μπορούσε να χαλαρώσει.
Και βλέποντας τριγύρω τα παιδιά που έπαιζαν, θυμήθηκε τα δικά του. Την αλάνα που έπαιζε ποδόσφαιρο μικρός, το σχολείο, τις πλάκες, τις φρέσκες μέρες και τις δροσερές διακοπές. Και ο νους του έπειτα κάλεσε τις σπουδές, τους έρωτες, τον στρατό, το απολυτήριο, την πρώτη δουλειά. Χρόνια γεμάτα αναμνήσεις, γεμάτα αξία. Προστέθηκε κι ο γάμος, τα παιδιά, οι κουμπαριές. Ήρθε και η προαγωγή και είχε πια ό,τι είχε ζητήσει, σχετικά νωρίς στην ζωή του. Ήταν δίκαιο λοιπόν να καθίσει σε αυτό το πάρκο για λίγο, να πάρει μια ανάσα και να ξεκουραστεί πριν συνεχίσει. Γιατί είχε ακόμα πολλά να κάνει, υπήρχαν ακόμα πολλές αναμνήσεις μπροστά του.
Και κάποια στιγμή κοίταξε το ρολόι του. Και διαπίστωσε έντρομος πως, από την στιγμή που έκατσε στο παγκάκι να ξεκουραστεί μέχρι τη στιγμή που κοίταξε την ώρα, είχαν περάσει εικοσιπέντε χρόνια.

Ο συμπαθής γεράκος


Ήταν εκείνο το μεσημέρι που είδα τον παππού μου να χορεύει στο κρεβάτι, και αισθάνθηκα για αυτόν μια ξαφνική συμπάθεια που δεν την είχα, δεν τον θυμόμουν καλά.
Μα πριν το καταλάβω, από την μια στιγμή στην άλλη, έγινε μικρός ίσαμε δέκα πόντους, και βρέθηκε δίπλα από το μαξιλάρι να χορεύει στην άκρη του κρεβατιού. Έφερα με τρυφερότητα την παλάμη μου δίπλα του και τον προστάτευα μην πέσει όσο συνέχιζε το χορό του.
Μετά από λίγο, ο συμπαθής γεράκος τρίκλισε, μου είπε πως κουράστηκε κι εγώ τον έβαλα, έτσι κοντούλης που ήταν, να ξαπλώσει στο μαξιλάρι. Τον σκέπασα να μην κρυώνει.
Ξύπνησα και είχα ακόμα την ίδια συμπάθεια για αυτόν, και ευχήθηκα ολόψυχα εγώ να ξεφύγω από την ανθρώπινη μοίρα και, όλα αυτά τα αγέραστα, καθώς γερνώ να γερνούν μαζί μου.

Διασταυρώσεις


Το αστικό έκλεισε τις πόρτες και έφυγε από την στάση. Αυτός καθόταν κάπου στις μεσαίες σειρές.
Απέναντι του, ένας νεαρός μαθητής με σκουλαρίκι στα χείλια, με μαλλιά ριγμένα επιμελώς άτακτα μπροστά και μια τούφα στο πίσω μέρος του κεφαλιού σηκωμένη όρθια. Τραβούσε φωτογραφίες τον εαυτό του ποζάροντας στο κινητό του και συζητούσε με τον φίλο του για τις κοπέλες τους.
Ο φίλος του, που στριφογύριζε με το δάκτυλο μια τούφα μαλλιά λίγο πάνω από την φαβορίτα, είχε ένα ακουστικό στο αυτί συνδεδεμένο με το κινητό του, ένα συνδυασμό τηλεφώνου, παιχνιδομηχανής, φωτογραφικής μηχανής και mp3 player. Άκουγε στο τέρμα ένα τραγούδι όπου είχε διασταυρωθεί ένα παλιό γνωστό ροκ κομμάτι με μουσική χιπ χοπ.
Παραδίπλα, μια μαθήτρια ξεφύλιζε ένα περιοδικό ποικίλης ύλης. Στην σελίδα που ήταν ανοικτό είχε διαφήμιση μια κινηματογραφική ταινία, που η μισή ήταν παραμύθι και η άλλη μισή πολεμικό έργο. Στην επόμενη σελίδα, η συνέντευξη μιας ανερχόμενης ζωγράφου - που άφησε αδιάφορη την μαθήτρια και την προσπέρασε γρήγορα – και μια φωτογραφία της όπου ήταν καθισμένη στο σαλόνι της, πάνω σε μια παλιά ψαρόβαρκα που είχε εντέχνως τροποποιηθεί σε καναπέ.
Το αστικό πέρασε διαδοχικά μπροστά από ένα πολυκατάστημα, ένα γυμναστήριο – σχολή χορού, ένα βιβλιοπωλείο – καφετέρια. Μόλις πέρασαν από ένα εστιατόριο με γεύσεις από διάφορες κουζίνες του κόσμου, δυο κυρίες άρχισαν να συμβουλεύουν η μία την άλλη πως να συνδυάσουν εντελώς διαφορετικά υλικά ώστε να πετύχουν μια γευστική πρωτοτυπία.
«Μα φίλε μου...» του είπε ο κύριος δίπλα του, συνεχίζοντας μια προηγούμενη συζήτηση, «αυτό που μου λες ήταν στην προηγούμενη στάση. Αλλά, αν δεν κάνω λάθος, θα συναντήσουμε πάλι ένα τέτοιο σε κάποια από τις επόμενες».

Το παιδί με τα δύο ονόματα


Ο πιτσιρίκος βούτηξε στην θάλασσα και όταν η θερμοκρασία το σώματος του έγινε ένα με την δικιά της, αποφάσισε πως το διασκέδαζε και δεν ήθελε πια να βγει έξω. Τσαλαβουτούσε στα νερά, έπαιζε με τα γυαλιστερά βότσαλα και γέμιζε την παλάμη του με μαλακή άμμο, που την έσφιγγε στην γροθιά του και την κοιτούσε περίεργος να γλιστρά μέσα από τα δάχτυλα.
Ήταν τα χρόνια που θα μάθαινε πως η άμμος λεγόταν άμμος, οι στρογγυλεμένες πέτρες της θάλασσας βότσαλο και το κύμα κύμα. Ο ίδιος είχε πάντως δύο ονόματα: το ‘Κώστας’, που ήταν το όνομα τού ενός παππού, και το ‘Γιώργος’, το όνομα του άλλου παππού. Οι γονείς του επέμεναν να τον βαπτίσουν ο καθένας με το όνομα τού δικού του πατέρα και επειδή κανείς δεν υποχωρούσε, αποφάσισαν τελικά να του δώσουν και τα δύο, κάτι διόλου ασυνήθιστο όπως είπαν.
Όταν η ώρα στην παραλία πέρασε και η οικογένεια έπρεπε να φύγει, ανασηκώθηκε ο πατέρας του και τον φώναξε:
«Κωστάκη, βγες από την θάλασσα, φεύγουμε».
Αμέσως ανασηκώθηκε και η μητέρα του, που παρατώντας βιαστικά το κλείσιμο ενός τάπερ τον φώναξε με την σειρά της:
«Έλα Γιωργάκη, βγες από την θάλασσα, φεύγουμε».

Στη δουλειά


Ημέρα 1η

«Καλημέρα...» είπε η Ζωή καθώς προχώρησε στον διάδρομο. Η λάμπα φθορίου πάνω από το γραφείο της τρεμόπαιξε στην προσπάθεια της να ανάψει. Ακουγόντουσαν κάποιοι νυσταλέοι και σποραδικοί χτύποι πληκτρολογίου.
«Καλημέρα κυρία Ζωή...» απάντησε η Μαρία που δεν πήρε τα μάτια της από τον υπολογιστή.
«Καλώς την...» χαιρέτησε ο Νίκος, μπουκωμένος από το κρουασάν με σοκολάτα που έτρωγε.
«Μέρα...» χασμουρήθηκε ο Δημήτρης.
Άφησε τα πράγματα της στο γραφείο της, πήρε την κούπα της και πήγε στην κουζίνα για να φτιάξει καφαί.


Ημέρα 2η

«Καλημέρα...» είπε η Ζωή καθώς προχώρησε στον διάδρομο. Η λάμπα φθορίου πάνω από το γραφείο της τρεμόπαιξε στην προσπάθεια της να ανάψει. Ακουγόντουσαν κάποιοι νυσταλέοι και σποραδικοί χτύποι πληκτρολογίου.
«Καλημέρα κυρία Ζωή...» απάντησε η Μαρία που δεν πήρε τα μάτια της από τον υπολογιστή.
«Καλώς την...» χαιρέτησε ο Νίκος, μπουκωμένος από το κρουασάν με σοκολάτα που έτρωγε.
«Μέρα...» χασμουρήθηκε ο Δημήτρης.
Άφησε τα πράγματα της στο γραφείο της, πήρε την κούπα της και πήγε στην κουζίνα για να φτιάξει καφαί.


Ημέρα 3η

«Καλημέρα...» είπε η Ζωή καθώς προχώρησε στον διάδρομο. Η λάμπα φθορίου πάνω από το γραφείο της τρεμόπαιξε στην προσπάθεια της να ανάψει. Ακουγόντουσαν κάποιοι νυσταλέοι και σποραδικοί χτύποι πληκτρολογίου.
«Καλημέρα κυρία Ζωή...» απάντησε η Μαρία που δεν πήρε τα μάτια της από τον υπολογιστή.
«Καλώς την...» χαιρέτησε ο Νίκος, μπουκωμένος από το κρουασάν με σοκολάτα που έτρωγε.
«Μέρα...» χασμουρήθηκε ο Δημήτρης.
Άφησε τα πράγματα της στο γραφείο της, πήρε την κούπα της και πήγε στην κουζίνα για να φτιάξει καφαί.


Ημέρα 4η

«Τι κάνετε παιδιά;» ρώτησε η Ζωή καθώς προχώρησε στον διάδρομο ανάμεσα στα γραφεία.
Υπήρξε μια μικρή στιγμή σιωπής και αδράνειας μέχρι να απαντήσει ο πρώτος συνάδελφος.
Άφησε τα πράγματα της στο γραφείο της, πήρε την κούπα της και πήγε στην κουζίνα για να φτιάξει καφέ...

Δεξιά ή αριστερά;


Μάζεψε τα πράγματα του και σηκώθηκε από το τραπέζι. Το ίδιο έκανε και ο φίλος του, αλλά πιο νωχελικά, και αφού πρώτα έριξε μια τελευταία ματιά στους περαστικούς έξω από την τζαμαρία.
Στην αίθουσα, γεμάτη πλαστικά τραπεζάκια παραταγμένα σε σειρές, υπήρχαν δύο έξοδοι, η μία απέναντι στην άλλη.
«Από ποια πόρτα πάμε;» ρώτησε αυτός που σηκώθηκε πρώτος.
Ο φίλος του, εντελώς αδιάφορα και χωρίς να κοιτάξει τις πόρτες, δεν το σκέφτηκε καθόλου:
«Την αριστερή».
Ο πρώτος κοντοστάθηκε, κοίταξε εναλλάξ τις αντικριστές εξόδους, σκέφτηκε λίγο και μετά είπε:
«Γιατί από την αριστερή; Από την δεξιά να πάμε που είναι πιο κοντά!»
«Χωρίς λόγο. Απλά σε διευκόλυνα να αποφασίσεις».

Τα βήματα της καμήλας


Φυσούσε ένας γλυκός, ανατολίτικος άνεμος στην έρημο. Τον άκουγες σιγανό μα σταθερό, να κουβαλά την ιστορία της απ’ άκρη σ’ άκρη και να την ταξιδεύει αργόσυρτα από την Ανατολή ως το βύθισμα του ήλιου.
Στο πέρασμα του είχε ανασηκώσει ένα πέπλο από την πιο ψιλή και ανάλαφρη άμμο, λίγο μόλις πάνω από το έδαφος. Κυλούσε στην κατεύθυνση του απαλά και αρμονικά, σαν αραχνοΰφαντο τούλι που το τραβούσε ευγενικά, κι αυτό απομακρυνόταν αγγίζοντας την έρημο, χαϊδεύοντας τους αμμόλοφους και ακολουθώντας την μορφή της.
Και οι καμήλες από το καραβάνι ήταν σαν να μην πατούσαν πουθενά, παρά μόνο σε αυτό το χαλί το φτιαγμένο από άμμο και αιθέρα, και προχωρούσαν σαν να μην είχαν βάρος, χωρίς να αφήνουν χνάρια πάνω του. Οι οπλές τους χανόντουσαν μέσα του, όπως είχαν χαθεί και οι σκέψεις, που τις είχε παρασύρει ο άνεμος μαζί του.
Αυτές, τις σκέψεις, τις έβλεπες να τρέχουν απελευθερωμένες στον ορίζοντα, χωρίς να θέλουν και χωρίς να θέλεις να γυρίσουν πίσω, και να σκορπίζουν σαν στάχτη το κουβάλημα τους. Και τις παρακολουθούσες από μακριά, με την ματιά σαγηνευμένη και αφυλάκιστη, να τρέχουν ως τις πιο απόμακρες κορυφογραμμές.
Και ταξίδευες στην έρημο δίχως το φορτίο τους, προς τον ήλιο που έπεφτε και άφηνε τους ίσκιους πίσω. Και δίχως αυτές ήσουν πιο πρόθυμος από τον άνεμο, αέρινος σαν το αμμουδένιο πέπλο, διάφανος, και κάπως σαν τα βήματα της καμήλας, σαν να μην είχες βάρος, χωρίς να αφήνεις χνάρια πάνω της.


Λίγα λόγια ακόμα για τα 'Τα βήματα της καμήλας'...

Ο συγγραφέας


Κάποια μέρα αποφάσισε να γίνει συγγραφέας. Προήλθε από μια εσωτερική παρόρμηση κι από την πεποίθηση πως όσες επαναστάσεις και να κάνουν στην ζωή τους οι άνθρωποι, δύο είναι οι πραγματικά σημαντικές. Αυτή που κάνουν σαν έφηβοι γιατί δεν ξέρουν ακόμα πως να ζήσουν και αυτή που κάνουν σαν ενήλικες για τον τρόπο που τελικά έζησαν. Κι αν η πρώτη επανάσταση γίνεται με μία λίγο άναρχη και ακαθόριστη μορφή, η δεύτερη είναι θέμα επιλογής και προσωπικού γούστου. Έτσι λοιπόν, έκατσε στο γραφείο του, φροντίζοντας ώστε από το παράθυρο να πέφτει το φως του ήλιου στα γραπτά του, για τις στιγμές που αυτός θα έχανε την έμπνευση του. Πήρε χαρτί και μολύβι και με τον ενθουσιασμό του νεοφώτιστου στρώθηκε στην δουλειά.
Τις πρώτες του σκέψεις τις απέρριψε γρήγορα γιατί στο χαρτί έβγαινε μια παιδιάστικη γραφή, χλωμή και ξεπλυμένη. Οι λέξεις που έγραφε ήταν τόσο αδύναμες που θα διαλυόντουσαν με ένα φτάρνισμα του αναγνώστη. Και τα θέματα που είχε σκεφτεί ήταν απλοϊκά, ερασιτεχνικά και ασήμαντα. Έσκισε τα φύλλα με τις κουταμάρες που είχε γράψει και αποφάσισε να βελτιώσει λίγο την πρόζα του. Βρήκε λοιπόν πομπώδης και σπάνιες λέξεις και τις έπλεξε σε δαιδαλώδης προτάσεις. Σύντομα όμως τις πέταξε κι αυτές, αφού δεν έβρισκε κανένα νόημα στο να χρησιμοποιήσει λέξεις που δεν θα καταλάβαινε κανείς. Αλλά και η γραφή που είχε διαλέξει αυτή την φορά ήταν τόσο πολύπλοκη και μπερδεμένη που δεν θύμιζε καν κακογραμμένη ποίηση.
Αποφάσισε να αναθεωρήσει λίγο τις ιδέες του και να ρίξει το βάρος στο περιεχόμενο των γραπτών του. Κι αν ήθελε να γράψει κάτι σημαντικό, θα έπρεπε να ασχοληθεί με όσα προβληματίζουν πραγματικά. Με μια φλέγουσα διάθεση να κατακρίνει και να αποδοκιμάσει, έσκυψε στο λευκό χαρτί κι έγραψε την λέξη

«Γιατί»

αφού θεώρησε πως έτσι αρχίζουν όλες οι σπουδαίες ερωτήσεις.
Οι πρώτες ξεπήδησαν αμέσως στο μυαλό του. Πετάχτηκαν παιχνιδιάρικα μέσα από ξεθωριασμένες εμπειρίες και ξεφτισμένες αναμνήσεις. Το μολύβι που κρατούσε το χέρι του έτρεξε στο τετράδιο αλλά μισό εκατοστό πριν ακουμπήσει την επιφάνεια, έμεινε ασάλευτο. Γιατί ήταν μεν τίμιο και θαρραλέο να δημοπρατήσει αυτά που τον βασανίζαν και είχαν σημαδέψει την ζωή του αλλά σε αυτό το κουβάρι των ‘γιατί’ που είχε ξεθάψει, ανακάλυψε και την κοινοτοπία τους.
«Τραγικό!» είπε έκπληκτος.
Ήταν μάλιστα τόσο συνηθισμένοι και τετριμμένοι οι προβληματισμοί του που καταντούσαν ανόητοι. Κανά δύο μόνο από αυτούς φαινόντουσαν σημαντικοί αλλά κάθε φορά περνούσε από το παράθυρο αυτός που τους είχε γράψει πρώτος και του χτυπούσε το τζάμι.
«Εντάξει, εντάξει...» έκανε τελικά με μια μικρή κίνηση απογοήτευσης του χεριού.
Δεν άργησε όμως να αναθαρρήσει.
«Μπορεί να έχουν αναφερθεί όλα τα ‘γιατί’ αλλά λίγα έχουν απαντηθεί!»
Κι αφού παραλίγο να πνιγεί από την χαρά που τον πλημμύρισε αυτή η νέα σκέψη, βάλθηκε να ψάχνει τα ‘γιατί’ που δεν είχαν απαντηθεί. Εξάλλου, σκέφτηκε, μόνο η απάντηση τους μπορούσε να εξευγενίσει κάπως την αφέλεια των κειμένων του και να τους δώσει μια στάλα αξιοπρέπειας.
Πολλά ‘γιατί’ πέρασαν τότε από το μυαλό του αλλά όσο και να το έστυψε, δεν μπόρεσε να τα απαντήσει. Άλλα ήταν πολύ σημαντικά για να τα απαντήσει ο ίδιος, σε άλλα δεν είχε γνώσεις και άλλα ήταν ξένα, δεν τα είχε ζήσει. Στα λίγα από αυτά που μπορούσε να έχει άποψη, γρήγορα ανακάλυψε την διφορούμενη ερμηνεία των πραγμάτων και πως μπορούσε να τα απαντήσει με πολλούς τρόπους. Μέσα στην μετριότητα του όμως, άλλαζε άποψη κάθε τρεις και λίγο για το πως έπρεπε να τα ερμηνεύσει. Και ξύνοντας το κεφάλι του με το μολύβι, περισσότερα είχε γράψει εκεί παρά στο χαρτί.
Το ρολόι έχασε τελικά τον χρόνο και τον έκανε πιο γρήγορο, ενώ στο παράθυρο τα απορημένα δέντρα δεν προλάβαιναν να αλλάζουν ρούχα. Αυτός όμως δεν το έβαζε κάτω. Συνέχιζε να αναλογίζεται τα ‘γιατί’ της ανθρωπότητας, ανήμπορος να βγει από αυτή την ματαιοπονία και χωρίς να έχει προσθέσει ούτε μια λέξη στο γραπτό του. Κάθε μέρα, από το μυαλό του περνούσαν χιλιάδες ερωτήσεις ενώ στο παράθυρο έκαναν όλο και πιο συχνά την εμφάνιση τους φιλόσοφοι και στοχαστές, που άλλοι τον χαιρετούσαν κι άλλοι τον περιπαίζαν. Ακόμα όμως δεν είχε βρει την ερώτηση που θα μπορούσε να απαντήσει.
Όταν κουραζόταν να ψάχνει άλλες ερωτήσεις, έπλεκε μεταξύ τους τις προηγούμενες, αναζητούσε σχέσεις μεταξύ τους, αναρωτιόταν αν μία γεννάει κάποια άλλη. Τις κατηγοριοποιούσε, τους έδινε όνομα, τις κατέτασσε με βαθμό προτεραιότητας. Όταν αισθανόταν κορεσμένος και από αυτό, τότε σκεφτόταν απαντήσεις και μετά προσπαθούσε να βρει τις ερωτήσεις τους.
Κι έτσι διαλογιζόταν όλα τα επόμενα χρόνια, σκεπτικός, με το ένα χέρι να στηρίζει το κεφάλι και το άλλο να παίζει με τα δάκτυλα στο γραφείο.
Το χαρτί που είχε μπροστά του τελικά κιτρίνισε, το μολύβι που κρατούσε έπιασε σαράκι και το δικό του τέλος δεν θα αργούσε. Θα τον έβρισκε σκυμμένο στο γραφείο του, να ψάχνει ακόμα και να καταγράφει στο μυαλό του ερωτήσεις. Η γενειάδα του κρεμόταν ως τα πόδια του κι από τα ρούχα του σηκωνόταν σκόνη σε κάθε τρέμουλο των χεριών του. Οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει.
Απογοητευμένος και παραιτημένος, με μια ύστατη προσπάθεια πρόσθεσε αποσιωπητικά στην λέξη «Γιατί» που είχε γράψει, δίνοντας τουλάχιστον έτσι μια μικρή λογοτεχνική χροιά στο γραπτό του. Και μετά, με όση ζωντάνια του είχε απομείνει, άνοιξε το παράθυρο και έφυγε.
Και ίσως να είχε σκεφτεί τις περισσότερες ερωτήσεις από κάθε άλλο άνθρωπο που πέρασε από αυτόν τον κόσμο και να είχε φτάσει τελικά σε άλλα επίπεδα διανόησης. Αλλά, αν εξαιρέσεις τις αρχικές ανοησίες που είχε γράψει κάποτε και τις πέταξε αμέσως, η λέξη

«Γιατί...»

ήταν η πρώτη και η τελευταία που έγραψε ποτέ σαν συγγραφέας.
Αλλά κι αυτή, γλίστρησε στο πάτωμα από το αεράκι που τρύπωσε από το παράθυρο και ανασήκωσε ελαφρά την κιτρινισμένη σελίδα.

Του έρωτα και του αντιέρωτα


Δεν άργησαν οι άνθρωποι να ερμηνεύσουν τον έρωτα. Όχι όμως με ποιητική διάθεση, ούτε την διατύπωσαν σε ρομαντικά τετράστιχα με όμορφες και ομοιοκατάληκτες λέξεις. Ήταν μια ερμηνεία χωρίς την παραμικρή λογοτεχνική αξία. Η ανακάλυψη της ανακοινώθηκε σε περιοδικά του χώρου με μια άμμετρη επιστημονική γραφή, γεμάτη ευρήματα και ιατρικούς όρους, δίνοντας έτσι την οριστική απάντηση στην ερώτηση που κάθε άνθρωπος έχει αναρωτηθεί, τουλάχιστον μια φορά.
Τι είναι ο έρωτας.

***

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Συννεφιά είχε σκεπάσει το Νησί.
Τα σπίτια που ήταν αραδιασμένα σε ολόκληρο το λόφο κι έφταναν μέχρι χαμηλά στο λιμάνι, είχαν γκριζάρει από τις σκιές του Οκτώβρη. Ένας ελαφρύς άνεμος που κυκλοφορούσε ελεύθερος στα άδεια σοκάκια, έσπρωχνε στο διάβα του ξερούς θάμνους, σκόνες και αποτσίγαρα. Κάποια παντζούρια ανοιγόκλειναν στο πέρασμα του ενώ ξεχασμένες τέντες τίναζαν σπασμωδικά τα πανιά τους. Ότι είχε απομείνει από το καλοκαίρι που πέρασε κατέληγε αδύναμο και ξεχασμένο σε κάποια υγρή γωνιά της θάλασσας.
Ο κεντρικός δρόμος, που ξεκινούσε από το λιμάνι και έφτανε ως την κορυφή του λόφου, ήταν μια ανηφόρα στρωμένη από τσιμέντο και ασβεστωμένα πεζούλια. Έφτανε στην Χώρα και τελείωνε στο μισογκρεμισμένο παλιό κάστρο. Ούτε η μολυβένια συννεφιά πάνω του δεν μπορούσε να του προσδώσει κάτι από το παλιό του κύρος. Μόνο οι κουρασμένοι ανεμόμυλοι στέκονταν όρθιοι κι αντιστεκόντουσαν στην φθορά και την διάβρωση.
Είχα διασχίσει την μισή ανηφόρα όταν σταμάτησα σε ένα παλιό μαντράκι για να πάρω μια ανάσα. Τα πόδια μου δυσανασχετούσαν από την έλλειψη νεανικής φρεσκάδας και ζητούσαν ανέσεις, καθώς είχα ξεπεράσει από καιρό τα σαράντα πέντε. Έχοντας καπνίσει στρέμματα καπνού μέχρι τώρα και συνηθισμένος στην δουλειά γραφείου, το στήθος μου αγκομαχούσε μετά τα πρώτα ανηφορικά μέτρα κι έκανε την ανάσα μου κοφτή και αλαφιασμένη. Κάποτε μπορούσα να ανέβω στην κορυφή με την μία, σχεδόν τρέχοντας. Αλλά τώρα, δεν ήμουν παρά ένας σιτεμένος και κουρασμένος μεσήλικας, που κάπνιζε ανελλιπώς και δυσκολευόταν να ανεβεί μια ανηφόρα.
Στηρίχτηκα στην μάντρα και πέταξα την γόπα από το τσιγάρο, κοιτάζοντας τριγύρω. Μέσα φθινοπώρου και στο Νησί δεν απέμεναν παρά λίγες μόνο οικογένειες ψαράδων, ίσως και μερικοί ξεχασμένοι ταξιδιώτες. Στον δρόμο δύσκολα έβλεπες να κυκλοφορεί κάποιος και οι περισσότερες βάρκες ήταν δεμένες στο λιμάνι. Τα μαγαζιά ήταν σχεδόν όλα κλειστά, σε κανά δυο μόνο άκουγες κάποιους θορύβους κι έβλεπες από τα παράθυρα μελαγχολικές φιγούρες να κουβεντιάζουν.
Το Νησί το θυμόμουν με άλλα χρώματα, όχι αυτό το μουντό σκούρο. Θύμιζε ακόμα εκείνες τις παλιές φωτογραφίες που έχω σε κάποιο συρτάρι αλλά στην πραγματικότητα είχε αλλάξει. Οι σελίδες του χρόνου είχαν γυρίσει και εδώ, διάφανες και διακριτικές, αλλά υπαρκτές και αμείλικτες.
Έριξα άλλη μια ματιά γύρω μου.
Ήταν μέρα αλλά έμοιαζε νύχτα.

***

Ο θόρυβος από ένα μεταλλικό τενεκεδάκι που έτρεχε στην κατηφόρα σκοντάφτοντας στις ανωμαλίες του τσιμέντου τράβηξε την προσοχή μου. Περνούσε δίπλα από άδειες γλάστρες και ξεχαρβαλωμένες καρέκλες, καθώς συναγωνιζόταν σε ταχύτητα λογιών λογιών παρασυρμένα αντικείμενα. Πέρασε μπροστά από μια παλιά ταβέρνα και χάθηκε πίσω από κάτι σκαλοπάτια του δρόμου.
Η ταβέρνα είχε μια τσίγκινη ταμπέλα που κουνιόταν από τον αέρα τρίζοντας. Από κάτω, μια ξεβαμμένη πόρτα άνοιξε και βγήκε ένα νεαρό ζευγάρι, που έβαλε γρήγορα τα πανωφόρια του μόλις είδε τον καιρό. Ήταν ξένοι, μάλλον σκανδιναβοί, και κίνησαν προς την Χώρα με βιαστικά βήματα. Σε λίγο θα περνούσαν από μπροστά μου.
Τους κοίταξα διακριτικά καθώς ανηφορίζαν τον δρόμο, να περπατάνε πιασμένοι από το χέρι και να χαριτολογούν μεταξύ τους. Δεν μπορούσα να μαντέψω τον λόγο που είχαν έρθει τέτοια εποχή στο Νησί αλλά η κακοκαιρία δεν φάνηκε να τους προβληματίζει ιδιαίτερα. Για την ακρίβεια, νομίζω πως λίγα πράγματα πρόσεχαν γύρω τους. Αλλά ακόμα και σε αυτά τα λίγα, η σκέψη τους μάλλον τριγύριζε στο πρόσωπο που είχαν δίπλα τους. Και παρόλο που δεν γνώριζα την γλώσσα τους, οι λέξεις τους έφταναν στα αυτιά μου γνώριμες και κατανοητές. Ήταν πολύ εύκολο να διαβάσει κανείς τη γλώσσα των ερωτευμένων.
Λίγο πιο πάνω, ανάμεσα σε δυο αντικριστά σπίτια του δρόμου, υπήρχε ένα σκοινί με λίγα κρεμασμένα ρούχα. Ήταν δεμένο από τις βεράντες των πάνω ορόφων, προφανώς κατοικούμενα ακόμα από κάποιους, και τα ρούχα πρέπει να είχαν απλωθεί πρόσφατα γιατί ήταν ακόμα βρεγμένα. Μερικές σταγόνες που έσταξαν, έβρεξαν το ζευγάρι που πλησίαζε. Με μια μικρή, χαριτωμένη κραυγή, η κοπέλα σκούπισε το κεφάλι της ενώ το αγόρι που την συνόδευε κοίταξε προς τα πάνω. Στην αρχή φοβήθηκαν για βροχή αλλά μόλις είδαν τα ρούχα, συνέχισαν τον δρόμο τους με γελάκια κι αγκαλιές.
Έδειχναν ερωτευμένοι και μάλλον ήταν κάτι αυθόρμητο, ένα πρόσταγμα της φύσης ή της μοίρας. Αλλά καθώς άναβα ακόμα ένα τσιγάρο, ήξερα πως δεν μπορούσα να απαντήσω σε αυτό με βεβαιότητα, είχα ήδη δει πολλά.
Μόλις προχώρησαν λίγο ακόμα, οι ματιές μας συναντήθηκαν. Πρώτα με πρόσεξε το αγόρι και μετά το κορίτσι, αλλά δεν αντιλήφθηκαν το λόγο που τους παρατηρούσα. Πρέπει να πίστεψαν πως τράβηξαν την προσοχή μου από τις φωνές της κοπέλας που βράχηκε. Με χαιρέτησαν φιλικά, με προσπέρασαν, και λίγο πιο πάνω το αγόρι έσκυψε και είπε κάτι στη φίλη του, που έσκασε στα γέλια και τον χτύπησε στον ώμο.
Τους κοίταξα που απομακρυνόντουσαν.
Και ήξερα πως αυτό που αισθάνονται, ο τρόπος που συμπεριφέρονταν και το πως αντιδρούν, είναι έρωτας. Δηλαδή, σύμφωνα με την ερμηνεία του έρωτα, μια βιοχημική αντίδραση του ανθρώπινου οργανισμού.

***

Ακόμα έχω ένα από κείνα τα περιοδικά που ανακοινώθηκε η ερμηνεία, συνήθως θαμμένο κάπου ανάμεσα σε βιβλία και σημειώσεις. Συχνά το αναζητώ, το τοποθετώ στο γραφείο και το ξαναδιαβάζω από την αρχή, ενώ ξέρω το περιεχόμενο του απέξω. Ακόμα και τώρα στο Νησί, το συγκεκριμένο περιοδικό έχει την δικιά του θέση στα πράγματα μου και περιμένει την στιγμή που θα το ξαναδιαβάσω. Νομίζω πως το κράτησα περισσότερο για να μου θυμίζει παρά να μου εξηγεί. Περίεργοι καιροί.
Αυτό που επιδίωξε η ερμηνεία του έρωτα ήταν να εξηγήσει. Σήμερα φυσικά θεωρείται κάτι αυτονόητο, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα ακόμα επίτευγμα της ανθρώπινης διάνοιας και επιστήμης. Είναι η φυσιολογική εξέλιξη της εποχής μας, σαν το ρολόι που φοράω στο χέρι ή σαν το ρεύμα που κάνει την λάμπα να φωτίζει ενώ ψάχνω το περιοδικό. Είναι πια κάτι συνηθισμένο.
Η αλήθεια είναι πως κατά βάθος ούτε εμένα μου φαίνεται παράλογο, παρόλο που έζησα και πριν από αυτό. Βέβαια, όταν εισέβαλε στην ζωή μας δεν ήμουν παρά ένας πιτσιρικάς, ένας πρωτάρης που μόλις διάβαινε το κατώφλι. Τι ήξερε ένας εικοσάρης πραγματικά για την ζωή;
Όμως είχα μεγαλώσει με άλλα πρότυπα, είχα ήδη κάποιες εμπειρίες και είχα μάθει διαφορετικά. Και όπως όλοι της γενιάς μου, έτσι κι εγώ στην αρχή το θεώρησα εξωπραγματικό να συμβεί. Αλλά σύντομα είδα την ανακάλυψη του να παίρνει σάρκα και οστά κι έζησα όλη την εξέλιξη του. Πέρασαν είκοσι πέντε χρόνια από τότε, και είκοσι πέντε χρόνια είναι μεγάλο διάστημα ώστε να συνηθίσω και να ακούγεται πια ορθολογικό και σε μένα.
Θυμάμαι ακόμα την αμηχανία του κόσμου αλλά όλα οδηγούσαν εδώ, ήταν κάτι αναπόφευκτο και μάλλον προβλέψιμο. Τότε όμως ήταν τα μάγια της εποχής, τα ξόρκια της σύγχρονης κοινωνίας. Υστερίες, εκπομπές στην τηλεόραση, καταστροφολογίες. Και πού είναι τώρα όλα αυτά; Αποδείχτηκαν ανώφελα, δεν αρκούσε κανένα επαναστατικό πνεύμα. Η ερμηνεία είχε δρομολογηθεί και ήταν θέμα χρόνου. Ο κόσμος αργότερα συνήθισε, την αφομοίωσε. Και τελικά πέταξε τις αντιδράσεις του σε κάποιο καλάθι των αχρήστων.
Σήμερα κανείς δεν μιλά πια για αυτήν με μυστικοπάθεια ούτε αναζητά πληροφορίες μέσα από ντροπές ή ενοχές. Η δικιά μου γενιά βρέθηκε ανάμεσα σε δύο διαφορετικές εποχές και συμβιβάστηκε. Η επόμενη αγνοεί, γεννήθηκε με αυτά τα δεδομένα και τα θεωρεί κληρονομιά της. Αυτοί έχουν να αντιμετωπίσουν τις δικές τους καινοτομίες. Θα γίνουν έφηβοι μαθαίνοντας τον κόσμο και μετά αυτός θα αλλάξει, και θα πρέπει τότε να μάθουν να ξαναζούν διαφορετικά. Κατά πάσα πιθανότητα θα κάνουν και την δικιά τους επανάσταση αλλά γρήγορα θα ακολουθήσουν το δικό μας δρόμο.
Αυτή είναι η συνηθισμένη πορεία των καιρών μας.

***

Η έρευνα των επιστημόνων στην αρχή ήταν θεωρητική και βασίστηκε στην παρατήρηση και την στατιστική. Κατάφεραν να διατυπώσουν μαθηματικές εξισώσεις με τις οποίες ερμηνευόταν αλλά και προβλεπόταν σε μεγάλο βαθμό η επιθυμία ενός ανθρώπου για κάποιον άλλον. Τέτοιες εξισώσεις ήταν γνωστές και παλιότερα αλλά τώρα τις προχώρησαν στην τελειότητα. Επικεντρωνόντουσαν στο πως επηρεάζετε η έλξη δύο ανθρώπων ανάλογα με διάφορες συνθήκες. Όταν ο ένας από δύο δεν είναι ‘διαθέσιμος’, όταν ο ένας αδιαφορεί για τον άλλον, η επίδραση του χρόνου, η απόσταση μεταξύ τους, ήταν όλα παράμετροι – όπως και πολλές άλλες – που συμμετείχαν σε αυτές τις εξισώσεις και μπορούσαν να απεικονιστούν στο χαρτί με αλγεβρικά σύμβολα.
Στην συνέχεια εμβάθυναν ξεδιαλύνοντας τις ορμόνες που δημιουργούσαν όλα τα φυσικά συμπτώματα του έρωτα: έλξη, σεξουαλική επιθυμία, ανορεξία για φαγητό, ταραχή, ταχυκαρδία, αϋπνίες. Γιατί όλα προέρχονταν από ορμόνες που εκκρίνει ο ανθρώπινος οργανισμός όπως η αδρεναλίνη, νοραδρεναλίνη, ντοπαμίνη, νευροτροφίνες. Επικεντρώθηκαν στην συμπεριφορά του ερωτευμένου βάση των συναισθημάτων που ένοιωθε κι όχι απλά της σεξουαλικής του παρόρμησης, αφού αυτή δεν προερχόταν απαραίτητα από έρωτα. Τους ενδιέφερε φυσικά και αυτή, αλλά μόνο σαν σύμπτωμα ή αφετηρία του έρωτα, όχι σαν βιολογική ανάγκη.
Αφού αποκωδικοποίησαν όλα τα συμπτώματα, έπρεπε μετά να βρουν πως ξεκινάει αυτή η διαδικασία. Ήταν ήδη γνωστό σε αυτούς πως ο έρωτας ήταν μια βιοχημική αντίδραση του οργανισμού, που ενεργοποιούταν όταν συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου λάμβαναν τα κατάλληλα εξωτερικά ερεθίσματα, διαμέσου των αισθήσεων. Αυτά προέρχονταν από την παρουσία ενός ατόμου στη ζωή ενός άλλου κι από τα στοιχεία που είχε και συνήθως τον έκαναν να τον ερωτευτεί. Την εμφάνιση του, την ομιλία του, την προσωπικότητα του ή οτιδήποτε άλλο μπορούσε να πυροδοτήσει τον έρωτα, δηλαδή αυτή την βιοχημική αντίδραση που ξεκινούσε από τον εγκέφαλο και κατέληγε σε έκκριση χημικών ουσιών και ορμόνων στο ερωτευμένο σώμα.
Τους επιστήμονες όμως δεν τους ενδιέφερε ποιες εξωτερικές αιτίες την προκαλούν αλλά ποιος ακριβώς διακόπτης γυρίζει και δίνει αυτή την μαγική εντολή στον εγκέφαλο ώστε να αρχίσει να ερωτεύεται, δηλαδή να προκαλεί όλα τα συμπτώματα του έρωτα. Το ποια χαρακτηριστικά του ανθρώπου ερωτευόμασταν, τα μάτια, την χροιά της φωνής, το χιούμορ, δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία. Η εξωτερική πηγή που έστελνε το κατάλληλο ερέθισμα στο μυαλό – και όχι στην καρδιά όπως λανθασμένα πιστεύαμε - ήταν δευτερεύουσας σημασίας. Γιατί, τις περισσότερες φορές, ήταν τελείως προσωπικοί οι λόγοι που ερωτευόταν ένας άνθρωπος, γινόταν βάση δικών του εμπειριών, επιθυμιών ή ακόμα και γονιδίων. Δεν ήταν κάτι που μπορούσε να γενικευτεί.
Όλα αυτά, δικαιολογημένα αγνοήθηκαν από τους επιστήμονες. Το πραγματικά σημαντικό ήταν το ποια ακριβώς σημεία του εγκεφάλου του ερωτευμένου ήταν υπεύθυνα, ποια ακριβώς η φύση της βιοχημικής αντίδρασης που λάμβανε χώρα κατ’ εντολήν του και με ποιο επιστημονικό τρόπο αυτή ξεκινούσε εκεί μέσα.
Κυρίως πως ξεκινούσε εκεί μέσα.
Γιατί με οποιονδήποτε τρόπο και να ερωτεύεται ένας άνθρωπος, όλα έχουν την ίδια συνιστώσα και καταλήγουν στο ίδιο σημείο, σε αυτή την περιοχή του εγκεφάλου που διεγείρετε και στέλνει το μήνυμα στο ανθρώπινο σώμα να ερωτευτεί και να ξεκινήσει την συναισθηματική περιπέτεια. Από κει ξεκινούν όλα.
Και οι επιστήμονες το ανακάλυψαν.
Κανείς δεν ξέρει πόσο καιρό τους πήρε πραγματικά και πόση προσπάθεια, αλλά το αποτέλεσμα ήταν να έχουν πια το κλειδί που τόσο επίμονα αναζητούσαν γραμμένο σε κάποιο επιστημονικό εγχειρίδιο.
Η γνώση όμως για την φύση του έρωτα και την γέννηση της ίδιας της επιθυμίας, έδινε μια δυνατότητα που δύσκολα μπροστά της θα έκλεινε τα μάτια κάποιος επιστήμονας.
Την δυνατότητα να επεμβαίνεις σε αυτή κατά βούληση.
Το τελευταίο βήμα δεν άργησε να γίνει. Και όλος ο καλλιτεχνικός οίστρος, αμέτρητες γραμμές λογοτεχνίας και δημιουργικής έμπνευσης, συσκευάσθηκαν σε δύο ειδών μικρά χαπάκια, ικανά να προγραμματίσουν τον ανθρώπινο εγκέφαλο και να δημιουργήσουν ή να αφαιρέσουν τα ερωτικά αισθήματα, τον έρωτα.
Ήταν τα χάπια του Έρωτα και του Αντιέρωτα.

***

Εκείνη την εποχή ήμασταν ερωτευμένοι με την Σοφία. Η κοινωνία είχε μόλις αρχίσει να χρησιμοποιεί δειλά την τελευταία ανακάλυψη και τα πλεονεκτήματα της. Εξάλλου, δεν ήταν λίγοι αυτοί που είχαν ευχηθεί για την ύπαρξη τους. Οι πληγωμένοι έπνιγαν τον καημό τους με ένα χάπι αντιέρωτα, οι απελπισμένοι ευελπιστούσαν στην στιγμή που το αντικείμενο του πόθου τους θα έπαιρνε ένα χάπι έρωτα για αυτούς. Η αλήθεια όμως είναι πως δεν υπήρχε πια ο φόβος της απόρριψης, αν δεν έβρισκες ανταπόκριση έπαιρνες το χάπι του αντιέρωτα και δεν αισθανόσουν τίποτα. Διάλεγες την καλύτερη περίπτωση για σένα, έπαιρνες το χάπι του έρωτα και γινόταν ο άνθρωπος σου. Τα συνοικέσια έγιναν επίκαιρα αφού οι διαφωνίες ήταν πια κυρίως οικονομικές, το αισθηματικό είχε λυθεί. Τώρα πια, αγόραζες τον έρωτα από τα φαρμακεία.
Σε εκείνη την εποχή, που τα χτυποκάρδια ήταν θέμα επιστήμης, ο έρωτας μας με την Σοφία ήταν φυσικός, χωρίς βοηθήματα, δυνατός και επιπόλαιος από την ορμή της νίοτης. Ούτε γω δεν ξέρω από ποιες κρυφές πτυχές μας ξεπήδησε, αλλά έγινε και ήταν τρικυμιώδης, ορμητικός και ανεξέλεγκτος. Ήταν η πρώτη γυναίκα που ερωτεύτηκα πραγματικά, και ήμουν τυχερός γιατί ήταν αμοιβαίο.
Συνέβη εδώ, στο Νησί.
Είμαι Έλληνας αλλά με την οικογένεια μου ζούσαμε στο εξωτερικό, κι εγώ δεν είχα έρθει ποτέ ξανά στην Ελλάδα. Αποφασίσαμε να έρθουμε στο Νησί για διακοπές εκείνο το καλοκαίρι, την πατρίδα της μητέρας μου. Ήταν ας πούμε κάτι σαν δώρο για τις επιτυχίες που σημείωνα στις σπουδές μου.
Η Σοφία και η δικιά της οικογένεια ζούσαν στην Αθήνα αλλά ο αρχιτέκτονας πατέρας της διατηρούσε ακόμα ένα παλιό αρχοντικό στην Χώρα. Ήταν ένα διώροφο κτίριο με μια μικρή αυλή, πνιγμένη στις ντάλιες και τις βουκαμβίλιες.
Δύο πράγματα θυμάμαι κυρίως από την πρώτη μέρα στο Νησί. Την συγκίνηση της μητέρα μου, που είχε χρόνια να βρεθεί στο μέρος που γεννήθηκε, και την γνωριμία μου με την Σοφία, που συνοδεύτηκε από μια αμοιβαία στιγμή σιωπής και αμηχανίας. Το πρώτο το ξέχασα γρήγορα, το δεύτερο όμως ήταν η αρχή για πρωτόγνωρα αισθήματα που δεν ξέχασα ποτέ.
Κάποιες κοπέλες στην σχολή δεν ήταν τίποτα άλλο παρά χαζές και ανώριμες σχέσεις, που κατάλαβα την αξία τους εκείνη ακριβώς την στιγμή. Δεν μπορώ να πω μετά από τόσα χρόνια πως η Σοφία ήταν η πιο εντυπωσιακή γυναίκα που συνάντησα, αλλά γιατί αισθάνθηκα αυτό που αισθάνθηκα η επιστήμη ίσως μπορούσε να το εξηγήσει, εγώ όμως όχι. Νομίζω πως μαγεύτηκα αμέσως, χωρίς να ξέρω σχεδόν τίποτα για αυτήν, χωρίς να έχουμε ανταλλάξει λέξη.
Και αυτή φρόντισε άθελα της στο διάστημα που ακολούθησε, να μην βρίσκω πάνω της ούτε ένα ψεγάδι. Είτε την κοίταζα, είτε την άκουγα να μιλά, είτε – αργότερα – την άγγιζα και την γευόμουν, ήταν από μια τέχνη για κάθε μου αίσθηση, που την έφερνε σε έκσταση και εκπλήρωνε οποιαδήποτε ματαιόδοξη προσδοκία της. Τα μάτια μου έβλεπαν τον καλύτερο πίνακα ζωγραφικής, τα αυτιά μου άκουγαν την πιο ηδονική μουσική, τα χέρια μου αγγίζαν βελούδινα όνειρα. Ήταν όλες οι τέχνες μαζί, η ύψιστη τέχνη, που συντόνιζε για πρώτη φορά όλες μου τις αισθήσεις στο πλήρωμα των απαιτήσεων τους.
Ήμουν ερωτευμένος.
Προσπάθησα να φερθώ με αυτοσυγκράτηση αλλά δεν τα κατάφερα. Έμενα δίπλα της όποτε έβρισκα αφορμή, της μιλούσα με την πρώτη ευκαιρία, την πείραζα, κι ενδιαφερόμουν για τους τρίτους μόνο όταν ήθελα να στρέψω αλλού το βλέμμα μου, κοκκινισμένος, και νοιώθοντας πως τα μάτια μου δεν μπορούσαν να κρατήσουν κανένα μυστικό από αυτήν. Λίγες μόνο μέρες χρειάστηκαν και μετά δεν μπορούσα πια να ορίσω τον εαυτό μου, δεν μπορούσα να είμαι μακριά της, δεν μπορούσα να σκεφτώ κάτι άλλο πέρα από αυτήν. Η έκρηξη μέσα μου μπορούσε να κινήσει από μόνη της τους ανεμόμυλους.
Και η Σοφία όμως ανταποκρίθηκε, με τον ίδιο μυστικό και ανείπωτο έρωτα. Δειλά στην αρχή, με φοβισμένες και μετρημένες κινήσεις που πρόδιδαν την αμηχανία της. Αλλά ότι έβλεπα στα δικά της μάτια δεν ήταν μια απλή αντανάκλαση των δικών μου αισθημάτων, ήταν ο δικός της πυρετός που την σιγόψηνε, ο δικός της έρωτας που προσπαθούσε να μετουσιωθεί σε λόγια και πράξεις. Και όταν τελικά βρήκε την διέξοδο, ακολουθώντας το μόνο δρόμο που θέλαμε και οι δύο πραγματικά να διαβούμε, το πάθος μας αδιαφόρησε για σκέψεις.
Ξεχάσαμε το Νησί και τις οικογένειες και τα πάντα.

***

ΣΟΦΙΑ
Δεν είχα ιδέα τι ήταν έρωτας, ούτε καν από επιστημονική άποψη. Ότι ήξερα ήταν από ρομαντικές ταινίες κι από κάποιο καλά κρυμμένο ένστικτο, που με προειδοποιούσε από καιρό σε καιρό στην θέα διαφόρων αγοριών, με σφιξίματα στη καρδιά και ονειροπολήσεις. Ήμουν μόλις δεκαεπτά χρονών και ότι άποψη μπορούσα να έχω ήταν από διάφορες συζητήσεις μεγαλυτέρων ή από τις επιταγές της κοριτσίστικης φαντασίας μου.
Όταν γνώρισα τον Δημήτρη, βρέθηκα αντιμέτωπη με κάτι που αδυνατούσα να τιθασεύσω. Κι αν στην αρχή ήμουν επιφυλακτική, ήταν περισσότερο από φόβο, όχι από λογική. Αλλά δεν υπήρξε στιγμή που να μην τρέχει το μυαλό μου σε σκέψεις που αφορούσαν αυτόν, ούτε και μπορούσα να καθησυχάσω αυτή την επιτακτική εσωτερική ανάγκη που ζητούσε συνεχώς να βρεθώ μαζί του. Ήμουν πολύ μικρή για να έχω την εμπειρία να ελέγξω τα αισθήματα μου, έστω να τα κρατήσω κρυφά ή να τα δω σαν σφάλμα. Ήταν κάτι πάνω από τις δυνάμεις μου.
Την πρώτη μέρα απλά καθόμασταν μαζί, σε όλη την διάρκεια της συνάντησης των δύο οικογενειών. Δειλά βλέμματα, χαζές κουβέντες, κρυφό ενδιαφέρον, υπήρχε ένα αόρατο νήμα επαφής μεταξύ μας που κανείς δεν ήθελε να κόψει. Στο τραπέζι, ανάμεσα από τσουγκρίσματα ποτηριών κι ευχές καλωσορίσματος, εμείς αναζητούσαμε ο ένας τις λέξεις του άλλου. Ρωτούσα την γνώμη του για οποιοδήποτε θέμα μπορούσα να σκεφτώ, για την ζωή του, τις σπουδές του, για την χώρα που έμενε. Δεν υπήρξε κανένα επιτήδειο φλερτ, καμία μελετημένη κίνηση. Αυτό το μυστήριο μέσα μας αυτοσχεδίαζε για μας.
Τις επόμενες μέρες γίναμε αχώριστοι, χωρίς όμως να ειπωθεί ή να γίνει κάποιος υπαινιγμός για τα αισθήματα μας. Εξακολουθούσαμε να επιδιώκουμε ο ένας την συντροφιά του άλλου χωρίς καμία επιφύλαξη. Υπήρχε μόνο ένας μικρός ενδοιασμός που μας γυρόφερνε αλλά ήταν τελείως ανίσχυρος. Εξαφανίστηκε εντελώς κάποια στιγμή, καθώς ο κρυφός μας έρωτας, μέρα με τη μέρα, άρχισε να κυριαρχεί και να εξουσιάζει.
Την έλξη μεταξύ μας δεν την πρόσεξε κανείς και αυτό βοήθησε στο να μπορούμε να είμαστε συνεχώς μαζί. Όλοι θεώρησαν εύλογο να έχουμε πολλά κοινά λόγω ηλικίας και η διαρκής παρέα που κάναμε δεν παραξένεψε κανέναν, ακόμα κι όταν ήμασταν μακριά τους. Μετά από λίγο καιρό, ο καθένας από τις δύο οικογένειες είχε βρει την δικιά του αγαπημένη ασχολία στο Νησί και περνούσε τον καιρό του με αυτήν, διευκολύνοντας μας.
Όταν γίναμε ζευγάρι, παρόλο που δεν υπήρχε καμία υποψία από τις δύο οικογένειες, οι δικαιολογίες για να βρισκόμαστε μόνοι πήραν την μορφή ολόκληρων σχεδίων. Ώρες και ώρες συζητούσαμε για την επόμενη φορά που θα ξαναβρεθούμε, ψάχνοντας τρόπους να αποτραβηχτούμε από τους υπόλοιπους. Ήταν όμως περισσότερο ένα παιχνίδι μεταξύ μας, κάτι ακόμα που θέλαμε να έχουμε κοινό. Ήμασταν οι δυο μας εναντίον όλων των υπολοίπων, ο δικός μας κόσμος και ο δικός τους, και αυτός ο μικρόκοσμος που είχα δημιουργήσει με τον Δημήτρη, μου αρκούσε και με έκανε ευτυχισμένη.
Συνολικά θα μέναμε στο Νησί δύο μήνες. Ερχόμασταν κάθε καλοκαίρι αλλά εκείνη τη χρονιά παρατείναμε την παραμονή μας λόγω της επίσκεψης της οικογένειας του Δημήτρη. Τους φιλοξενούσαμε στον πάνω όροφο του εξοχικού ενώ εμείς μέναμε από κάτω. Το διώροφο αρχοντικό ήταν το μόνο που μας χώριζε προς το παρόν.
Ο πρώτος μήνας πέρασε, και οτιδήποτε άλλο που δεν αφορούσε τον Δημήτρη ήταν μια αχνή και ασήμαντη λεπτομέρεια για μένα. Βίωνα κάτι άγνωστο, μια χίμαιρα που είχα εκ γενετής και τώρα την ζούσα. Στιγμή δεν με απασχόλησε η ερμηνεία του έρωτα, τον ερμήνευα μόνη μου μαζί του και τον ζούσα κάθε στιγμή. Τίποτα δεν μπορούσε να με τραβήξει από τους ουρανούς που βρισκόμουν και τίποτα δεν φαινόταν αρκετό για να εμποδίσει την ευτυχία μου.
Μέχρι που ένα βράδυ, σε άλλη μια κρυφή μας έξοδο σε κάποια ερημική παραλία, κανένας από τους δυο μας δεν πρόσεξε τα μακρινά φώτα του αυτοκινήτου που έσβησαν καθώς πλησίαζε. Χαμένοι και οι δυο σε ένα μεθυστικό κόσμο, ίσα που προλάβαμε να δούμε μια σκιά να έρχεται προς το μέρος μας με ασταθή βήματα πάνω στη άμμο. Ο μεθυστικός μας κόσμος γκρεμίστηκε και δεν ήμασταν πια μόνοι.
Μας είχε βρει ο πατέρας μου.

***

ΠΑΤΕΡΑΣ ΣΟΦΙΑΣ
Ήταν πρώτα ξαδέλφια. Ο Δημήτρης ήταν γιος της αδελφής μου, ανιψιός μου, πως μπορούσα να δεχτώ κάτι τέτοιο;
Η Σοφία έκανε λάθος που νόμιζε πως κανένας δεν τους είχε προσέξει. Δεν το αντιλήφθηκα αμέσως βέβαια αλλά, αφού πέρασε το πρώτο διάστημα και καταλάγιασε κάπως η χαρά και η αναστάτωση που έβλεπα την αδελφή μου μετά από τόσα χρόνια, η συνεχής συναναστροφή τους δεν μπορούσε παρά να με βάλει σε υποψίες. Στην αρχή πίστεψα πως ήταν καλύτερα να αφήσουμε τους νέους με τους νέους, η γεροντίστικη παρέα μας σίγουρα θα τους φαινόταν αφόρητα βαρετή. Αυτοί όμως, γρήγορα άρχισαν να αποφεύγουν ακόμα και τα αδέλφια τους, και ούτε ένα σωρό συνομήλικοι στο Νησί δεν φάνηκαν να τους ενδιαφέρουν.
Δεν ήθελα να το πιστέψω ούτε και να βάλω στο μυαλό μου δυσάρεστες σκέψεις, αλλά η υποψία μου φούντωνε. Δεν άργησα να παρατηρήσω, τυχαία, φλογερές ματιές και αγγίγματα μεταξύ τους, που επιβεβαίωναν την ανησυχία μου. Είχαν γίνει απρόσεκτοι. Τυφλωμένοι από τον έρωτα και από την παντογνωσία της νεαρής ηλικίας, είχαν αρχίσει να κάνουν λάθη, κυρίως λόγω της υπερβολής και της μυστικοπάθειας τους.
Μέχρι να σιγουρευτώ και να επέμβω, υποκρίθηκα πως δεν κατάλαβα κι έκανα ότι μπορούσα ώστε κανείς από τις δυο οικογένειες να μην αντιληφθεί κάτι. Ήταν αλήθεια πως ξεγελάστηκα κι εγώ για μεγάλο διάστημα, αλλά τελικά ήταν καλύτερα που ότι έγινε, έγινε μακριά από τα βλέμματα των συγγενών, αφού η ντροπή μας απειλούσε όλους. Η σχέση μεταξύ των δύο οικογενειών κλονιζόταν επικίνδυνα και κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει πόσο βαθιά μπορούσε να φτάσει ένα ρήγμα μεταξύ μας. Αλλά αυτό ήταν το λιγότερο, μπορούσα να σκεφτώ χίλια δυο βάσανα να πέφτουν στις πλάτες μας. Το βάρος τους μπορούσε να βουλιάξει το Νησί ολόκληρο.
Τους ακολούθησα εκείνο το βράδυ διακριτικά, καθώς φανταζόμουν το σχέδιο τους αλλά όχι και το σημείο που θα πηγαίναν. Στον δρόμο κατάλαβα πως κατευθύνονται στην Χρυσή Άμμο, μια παραλία μοναχική. Παρέμβηκα αμέσως μόλις άρχισαν τα χάδια τους, σε ένα σημείο που δεν χωρούσαν δικαιολογίες από μέρους τους. Δεν καθυστέρησα όμως περισσότερο, δεν ήξερα αν θα μπορούσα να αντέξω ότι θα έβλεπα.
Δεν έβαλα τις φωνές ούτε χτύπησα κανέναν τους. Απλά πήρα την Σοφία και έφυγα. Άφησα τον Δημήτρη εκεί, ντροπιασμένο, να μας κοιτάζει να φεύγουμε χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη. Η Σοφία με ακολούθησε υποτακτικά χωρίς να αντισταθεί, και ήταν σαν να κρατούσα έναν άνθρωπο που κάποια αρρώστια του είχε στερήσει τις δυνάμεις.
Το κοινό τους αίμα δυστυχώς δεν είχε αντισταθεί ώστε να αποτρέψει την σχέση τους. Κι εγώ άργησα πολύ να καταλάβω πόσο ξένοι ήταν μεταξύ τους όταν συναντήθηκαν για πρώτη φορά, και μάλιστα δυο όμορφοι ξένοι. Ακόμα κι έτσι όμως δεν μπορούσα να το ανεχτώ, πόσο μάλλον να συναινέσω.
Ναι, υπήρχε οργή εκείνες τις στιγμές, αλλά την συγκρατούσα ενώ ταυτόχρονα αντιπάλευα και τις όποιες υπόγειες σκέψεις προσπαθούσαν να τους δικαιολογήσουν. Ήξερα πως μια άσχημη αντίδραση εκ μέρους μου μπορούσε να δυναμώσει ακόμα περισσότερο το πάθος τους. Ήμουν σίγουρος πως η αίσθηση της παρανομίας είχε επιδράσει αρκετά στην δύναμη που τους ελκούσε. Προτίμησα να μην ανοίξω τους ασκούς του Αιόλου.
Πολλές ώρες εκείνο το βράδυ μιλούσα στην Σοφία. Στο σπίτι ήμασταν μόνοι λόγω του πανηγυριού που γινόταν στην Χώρα. Ήταν κι ο λόγος που είχα διαλέξει εκείνη τη συγκεκριμένη νύχτα για να διορθώσω την άσχημη κατάσταση, για να βρεθούμε οι δυο μας. Προσπάθησα με ήρεμα λόγια να τις δείξω πόσο τραγικά λάθος ήταν αυτό που είχε γίνει και που μπορούσε να καταλήξει. Της μίλησα για την στενή τους συγγένεια, της μίλησα για την θρησκεία μας, για το περιβάλλον που θα τους χλεύαζε πίσω από την πλάτη τους και για την τροπή που θα έπαιρναν τα πράγματα μεταξύ των οικογενειών. Της έδειξα που πραγματικά μπορούσε να οδηγήσει αυτή η σχέση.
Κι αυτή μου μίλησε για έρωτα και όνειρα.
Ήταν μάταιη η προσπάθεια μου. Πώς μπορούσα να πείσω ένα ερωτευμένο κορίτσι να απαρνηθεί τον αγαπημένο της;
Έπρεπε να κάνω κάτι άμεσα, δεν είχα την πολυτέλεια του χρόνου. Ο φόβος πως από την επόμενη μέρα θα αρχίζαν τα ίδια ήταν απειλητικός κι εγώ τότε θα έπρεπε να επέμβω πιο δυναμικά, φανερώνοντας έτσι την ιστορία σε όλους. Γιατί πώς θα της απαγόρευα να ξαναδεί τον Δημήτρη χωρίς να το δικαιολογήσω στους άλλους; Θα μπορούσα ίσως να κάνω υπομονή ένα ακόμα μήνα, μέχρι ο Δημήτρης να επιστρέψει στην χώρα του, αλλά και μόνο η σκέψη πως θα συνυπήρχαν τόσο χρόνο μαζί, με τρομοκρατούσε.
Έκανα το μόνο που μου απέμενε.
Βγαίνοντας από το δωμάτιο της Σοφίας, την άφησα να κλαίει στο κρεβάτι. Στο χέρι της είχα αποθέσει ένα χάπι αντιέρωτα και της είχα υποσχεθεί πως, αν το έπαιρνε για τον Δημήτρη και εξακολουθούσε να θέλει να είναι μαζί του, τότε θα την άφηνα να αποφασίσει μόνη της για την ζωή της. Φυσικά έλεγα ψέματα. Αρκούσε όμως να το πάρει την επόμενη φορά που θα ήταν μαζί του, όταν τον είχε μπροστά της.
Αρκούσε.

***

ΣΟΦΙΑ
Έμεινα στο σκοτάδι του δωματίου, γνωρίζοντας βαθιά μέσα μου πως ο πατέρας είχε δίκιο. Το λόγια του είχαν σπάσει αυτή τη σαπουνόφουσκα που είχα κρύψει μέσα της την ομορφιά της σχέση μου, αφήνοντας απέξω οτιδήποτε αρνητικό και άσχημο. Εξακολουθούσα να θέλω τον Δημήτρη με την ίδια θέρμη, δεν ήταν να δυνατόν να διαγράψω έτσι απλά τα αισθήματα μου ακούγοντας μερικά σκληρά αλλά αληθινά λόγια. Αλλά τώρα, η αμφιβολία πλανιόταν στον αέρα του δωματίου, μπερδεμένη με την ενοχή που ξαφνικά ένοιωθα. Τα λόγια του πατέρα μου είχαν μείνει πίσω του καθώς αυτός έκλεινε την πόρτα και έκαναν ακόμα πιο σκοτεινό κι αποπνικτικό το σκοτάδι που με τύλιξε.
Εκείνη τη στιγμή όμως, αρνιόμουν πεισματικά να δεχτώ τέτοιο τέλος. Αυτό που έβγαινε από μένα ήταν θυμός και αντίδραση. Κανείς δεν είχε το δικαίωμα να μου στερήσει κάτι που με είχε κάνει τόσο ζωντανή και μου είχε φέρει τέτοια άγνωστη για μένα ευφορία και ζάλη. Και πολλές φορές στην διάρκεια εκείνης της νύκτας αισθανόμουν πνιγμένη από το δίκιο και, θέλοντας να ξεσπάσω, έβαζα στο στόμα του πατέρα μου λόγια που δεν είπε. Λόγια θυμωμένα και παράλογα, που έκαναν ακόμα πιο άδικη την ζωή απέναντι μου.
Αλλά μετά, αναγκαζόμουν να παραδεχτώ πως ότι είχε πει δεν ήταν κάποια απαγόρευση, δεν ήταν απειλές και περιορισμοί. Ήταν λέξεις λογικές και πατρικές, που με είχαν φέρει αντιμέτωπη με τις ευθύνες μου και ένα δύσκολο μέλλον, που μέχρι τότε απέφευγα να αντικρύσω. Δεν είχα λόγο να τον κατηγορώ, εκτός ίσως από το γεγονός ότι στο φορτίο που ήδη κουβαλούσα μου πρόσθεσε και αυτό της επιλογής. Γιατί τώρα, έπρεπε να βρω το θάρρος και τη δύναμη να αποφασίσω, να διαλέξω αν θα ζήσω με το σωστό ή το λάθος και να αποφασίσω αν θα κρατούσα τις δομές της οικογένειας στέρεες ή όχι.
Και αυτό με λύγιζε και με βύθιζε ακόμα περισσότερο στην απόγνωση.
Δεν κοιμήθηκα πολύ εκείνη την νύχτα. Που και που μόνο έπεφτα σε ένα ταραγμένο και ασταθή ύπνο, χωρίς συνείδηση αν είμαι ξύπνια ή όχι, και ακροβατούσα σε όνειρα και εφιάλτες. Σκαρφάλωνα στις λέξεις του πατέρα μου που παρέμεναν αιωρούμενες και αμετακίνητες στο σκοτάδι, μέχρι που διαλυόντουσαν και με άφηναν να πέσω με ελεύθερη πτώση σε γκρεμούς και αβύσσους. Και κάποιες φορές με συγκρατούσε το χέρι του Δημήτρη, άλλες φορές το χέρι του πατέρα, άλλες φορές κάποια σκιά, που έπαιρνε μια αόριστη μορφή και, αφού με τραβούσε ψηλά και με γλύτωνε από την κατρακύλα, με παρατούσε και με άφηνε να ξαναπέσω.
Στα βήματα των συγγενών που επιστρέφαν από το πανηγύρι και έκαναν τα σανίδια του παλιού σπιτιού να τρίζουν, μαζευόμουν ασυναίσθητα στην άκρη του κρεβατιού, σαν να κρυβόμουν. Ήθελα να κάνω την παρουσία μου αόρατη και φοβόμουν μήπως κάποιος μπει και μου μιλήσει. Αναρωτιόμουν αν γνωρίζαν τι είχε συμβεί, γιατί ντρεπόμουν. Ευχόμουν να μην μάθουν τίποτα, μα ερχόντουσαν στιγμές που από την τόση πίεση ήμουν έτοιμη να βγω και να τους τα πω εγώ ή ίδια. Αλλά μετά, επέστρεφε η εικόνα του Δημήτρη σαν δεκανίκι που με στήριζε, και κρεμόμουν πάνω της βρίσκοντας ξανά δύναμη. Μέχρι που οι σκέψεις μου έπαιρναν πάλι την αντίθετη κατεύθυνση και ανατρέπαν άλλη μια φορά ότι πριν από λίγο είχα αποφασίσει.
Μέσα σε αυτή την αμφιβολία και την αναποφασιστικότητα, το μόνο που παρέμενε σταθερό όλο το βράδυ βρισκόταν στο χέρι μου. Το χάπι του αντιέρωτα. Την περισσότερη ώρα ξεχνούσα την ύπαρξη του αλλά η παλάμη μου είχε σφίξει γύρω του και το κρατούσε. Δεν καταλάβαινα την δύναμη του και δεν πολυπίστευα πως ένα τόσο μικρό πραγματάκι μπορούσε να σβήσει από μέσα μου κάτι τόσο δυνατό και ριζωμένο. Αλλά είχα ήδη παραδείγματα από την χρήση του στον περίγυρο μου, όλος ο κόσμος μιλούσε για αυτό. Τα χάπια έδιναν και έπαιρναν τον έρωτα σε λίγα μόλις λεπτά, καλύπτοντας τις ανάγκες των ανθρώπων. Εγώ είχα αδιαφορήσει μέχρι τότε και τώρα που μου είχε προσφερθεί, μου φαινόταν αδιανόητο να κατορθώνει κάτι τέτοιο. Αλλά ακόμα κι αν ήταν αλήθεια, η χρήση του από μένα φάνταζε σαν θλιβερή προδοσία απέναντι στον Δημήτρη, στον εαυτό μου και τα αισθήματα μου.
Δεν θα έπαιρνα ποτέ το χάπι του αντιέρωτα για να τον απορρίψω, αλλά μπροστά σε όλο αυτό το βάρος που είχε πέσει πάνω μου, ηθελημένα και μη φαινόταν σαν λύτρωση. Αν είχαν δίκιο, δεν θα αργούσα να συνέλθω από όλον αυτόν τον εφιάλτη και να βγω από το τέλμα. Θα μπορούσα να πάρω αποφάσεις βασισμένες στην λογική και όλα θα γυρνούσαν στους αρχικούς ρυθμούς, χωρίς αυτή την ανυπόφορη ευθύνη που με καταπλάκωνε. Εξάλλου, ήταν τόσο απλό, θα το έπαιρνα όταν ήμουν με τον Δημήτρη και, αν ενεργούσε όπως ισχυριζόταν, τότε θα γινόμουν όπως πριν. Νέα ήμουν ακόμα, θα είχα πολλές ακόμα ευκαιρίες στην ζωή για να ξαναζήσω ότι έζησα.
Αλλά τότε φαινόταν δυσβάσταχτο το μέλλον, γιατί το είχα συνυφάνει με το παρόν και τα τωρινά αισθήματα. Δεν μπορούσα να το φανταστώ χωρίς αυτά που η ίδια θα είχα απαρνηθεί. Κι αν υπήρχε και το έτερο χάπι - αυτό του έρωτα - που υποσχόταν να βοηθήσει, δεν καταλάβαινα γιατί έπρεπε να επιλέξω κάτι τεχνητό όταν το είχα βρει με τόσο φυσικό τρόπο.
Οι ώρες πέρασαν αργά και από τις γρίλιες του παραθύρου μπήκε το πρώτο πρωινό φως. Μόνο τότε, κατάκοπη και εξαντλημένη παραδόθηκα σε ένα βαθύ, μαύρο ύπνο, που έμοιαζε με λήθαργο και ήταν χωρίς όνειρα ή εφιάλτες.

***

Ξύπνησα με μια συνείδηση θολή και για λίγο η προηγούμενη νύχτα ήταν απόμακρη, σαν μην είχε γίνει ή να μην με αφορούσε. Αλλά η ηρεμία ήταν μια ψευδαίσθηση που διαλύθηκε αμέσως μόλις βγήκα από το δωμάτιο.
Το πρώτο πρόσωπο που είδα ήταν του πατέρα. Με περίμενε καθιστός στο μικρό σαλόνι και αμφιβάλω αν είχε κοιμηθεί κι αυτός καθόλου. Δεν μπόρεσε να μου μιλήσει εκείνη τη στιγμή γιατί οι συγγενείς πηγαινοέρχονταν στο σπίτι. Παρέμεινε όμως διαρκώς κοντά μου και δεν με άφησε στιγμή από το βλέμμα του. Κι αυτό ήταν αρκετό για να επιστρέψουν όλα τα χτεσινοβραδινά πνιγηρά συναισθήματα.
Ολόκληρη εκείνη την μέρα απέφευγα τον Δημήτρη, και κυρίως τους γονείς του. Για την εμφανή αλλαγή της διάθεσης μου και για το ξενυχτισμένο μου πρόσωπο, επικαλέστηκα αδιαθεσία. Τα μάτια των συγγενών όμως, ήταν σαν να με κατακρίναν και, παρόλο που δεν γνωρίζαν το παραμικρό, τα ένοιωθα να με δικάζουν. Είχα συνεχώς την εντύπωση πως ήμουν το επίκεντρο μιας κακοήθειας και δεν είχα κανέναν να μιλήσω για αυτό, πέρα από τον πατέρα και τον Δημήτρη που απέφευγα. Δεν είχα ξανααισθανθεί τόση μοναξιά όσο εκείνη την μέρα.
Στο μεσημεριανό τραπέζι που μαζευτήκαμε όλοι, έβλεπα την οικογένεια αγαπημένη και μονιασμένη. Διασκέδαζαν και διηγούνταν ιστορίες από τα παιδικά τους χρόνια, γέμιζαν τα ποτήρια με κρασί ξανά και ξανά, και ευχόντουσαν με προπόσεις για την στιγμή που θα ξαναβρεθούμε όλοι μαζί. Υπήρχε τόση αρμονία μεταξύ τους που η απόσταση και ο χρόνος είχαν αφήσει αναλλοίωτη, μόνο οι δικιές μου πράξεις απειλούσαν να την γκρεμίσουν. Θα γινόμουν η αιτία να μισήσουν ο ένας τον άλλον, θα έφευγαν και ποιος ξέρει αν και πότε θα ξαναμιλούσαν ή πως θα το ξεπερνούσαν. Δεν ήθελα να διαλύσω την οικογένεια και ήταν πολύ εύκολο να το καταφέρω, η εποχή μας μάς προσέφερε όλα τα μέσα για να διευκολύνουμε την ζωή μας και να βγαίνουμε από τέτοια αδιέξοδα.
Καταλάβαινα πως ότι είχα κάνει ήταν καταστροφικό αλλά όμως, όταν αποφάσιζα πως έπρεπε να βάλω τους άλλους πάνω από μένα, επέστρεφε με ορμή η σκέψη μιας αυτοθυσίας άδικης, επίπονης, που ήταν μια εγωιστική σκέψη αλλά δεν μπορούσα να την βγάλω από το μυαλό μου. Είχα κάνει ένα λάθος αλλά, γιατί έπρεπε εγώ να καταλάβω τους άλλους και όχι αυτοί εμένα, αυτό ήταν κάτι που με εξόργιζε, και δεν το αντιστάθμιζε κανένα άλλο δίκιο στον κόσμο.
Και μέσα σε όλη αυτή την μπερδεμένη ομίχλη, έβλεπα ανάμεσα από καπνούς τσιγάρων, δυνατά γέλια και φιλοφρονήσεις συγγενών, το πρόσωπο του Δημήτρη, σκοτεινιασμένο και απόμακρο, και προσπαθούσα να ζυγίσω πόσο άξιζε η δικιά μας ικανοποίηση για ένα μόνο μήνα ακόμα που μας απέμενε μαζί. Γιατί μετά θα έφευγε, θα επέστρεφε στην χώρα του και ποιος ξέρει τι θα γινόταν τότε.
Πέρασαν δύο ακόμα ημέρες έτσι, με την ίδια αγωνία, την ίδια ένταση. Ο πατέρας μου δύσκολα έκρυβε την ανησυχία του και την νευρικότητα του, παρόλο που εγώ έμενα άπραγη. Ήθελε να κλείσει την ιστορία όσο ήταν ακόμη ελεγχόμενη. Κάποια στιγμή μου ζήτησε ξανά να πάρω το χάπι, αλλιώς θα με έπαιρνε από το Νησί και θα φεύγαμε μαζί, με κάποια πρόφαση.
Συναντήθηκα τελικά με τον Δημήτρη το απόγευμα, στο παλιό κάστρο. Καθόταν θλιμμένος και σκεπτικός σε ένα απόμακρο τραπεζάκι, σε μια μικρή καφετέρια που υπήρχε εκεί. Ήταν κι αυτός ξενυχτισμένος και ταλαιπωρημένος.
Πλησίασα στο τραπέζι κι έκατσα απέναντι του, ενώ στο χέρι κρατούσα σφιχτά το χάπι του αντιέρωτα. Είχαμε αμηχανία όπως την πρώτη φορά αλλά τώρα ήταν διαφορετική, ήταν γεμάτη ενοχή, ντροπή και πάγο.
Θα έπρεπε να πάρω το χάπι διακριτικά, με την πρώτη ευκαιρία. Θα έπρεπε να το αφήσω να κυλήσει θεραπευτικά και να τελειώνει οριστικά αυτό το λάθος.
Αλλά δεν το έκανα.
Ξεκίνησα απλά να μιλάω, να κλαίω και να παραπονιέμαι, και αφού του είπα τα πάντα για τις προηγούμενες μέρες μέσα από ένα ακατάπαυστο και μπερδεμένο μονόλογο, τον αγκάλιασα.

***

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Απομάκρυνα τα χέρια της από πάνω μου ενώ ταυτόχρονα έκανα μια ελαφριά κίνηση προς τα πίσω. Όταν η πλάτη μου βρήκε στην ράχη της καρέκλας και δεν πήγαινε πιο πίσω, έστριψα το κεφάλι μου για να μην την βλέπω. Ξαφνικά, δεν μπορούσα να αντέξω την μυρωδιά της, την αφή της πάνω στο σώμα μου, την παρουσία της στο χώρο μου. Δεν ήταν απλά μια απάθεια αυτό που ένοιωθα, ήταν μια δυσάρεστη αποκάλυψη, αναμιγμένη με μια μικρή, λεπτή και ακαθόριστη αηδία για την γυναίκα που είχα μπροστά μου.
Όσο το χάπι του αντιέρωτα ενεργούσε μέσα μου, γινόταν ολοένα και πιο ξένη για μένα. Ξεγυμνωμένη από οτιδήποτε μπορούσε να με ελκύσει, το πρόσωπο της, που πριν από λίγο θαύμαζα, μετατράπηκε σε μια άσχημη μάσκα, τα μάτια της μου φαινόντουσαν σαν κακοφτιαγμένες κουμπότρυπες και στην μύτη μου έφταναν διαρκώς απωθητικές οσμές από τον ιδρώτα του κορμιού της. Δεν μπορούσα να δω τίποτα θετικό πάνω της και όλα όσα είχα ερωτευτεί, είχαν διαλυθεί και αντικατασταθεί με εικόνες που μου προκαλούσαν δυσφορία.
Όλα τα ελαττώματα της είχαν ξεπροβάλει, είχαν πάρει την πραγματική τους διάσταση και ίσως ακόμα περισσότερο. Το χάπι είχε απομυθοποιήσει οτιδήποτε θετικό είχα πλάσει στο μυαλό μου για αυτήν και η ύπαρξη της κοντά μου μού ήταν αφόρητη. Ξαφνικά, ο έρωτας της με έπνιγε. Και όσο περισσότερο έκλαιγε, τόσο περισσότερο με κούραζε και με εκνεύριζε και ήθελα να την διώξω μακριά μου.
Δεν ήταν μίσος αυτό που αισθανόμουν, όχι. Απλά δεν μπορούσα να την αντέξω πια, είχε γίνει κάτι περιττό που ήθελα να ξεφορτωθώ. Αλλά αυτή είχε κολλήσει επίμονα πάνω μου και μού ζητούσε πράγματα που δεν είχα πια να της δώσω. Και θα μπορούσα ίσως να ανεχτώ την ύπαρξη της, αρκεί να μην ήταν τόσο πιεστική, να μην μου γινόταν βάρος και, επιτέλους, να ξεκολλούσε από πάνω μου.
Η Σοφία δεν κατάλαβε αμέσως τι συνέβαινε. Δεν μπορούσε να αντιληφθεί τον λόγο που την κρατούσα σε απόσταση ενώ αυτή το μόνο που ζητούσε ήταν παρηγοριά κι ελπίδα. Ότι της είχα δώσει με τόση ευχαρίστηση τις προηγούμενες ημέρες, τώρα της το έπαιρνα πίσω με έναν ελεεινό και απάνθρωπο τρόπο. Και η αλήθεια είναι πως μια μικρή τύψη που αισθανόμουν δεν ήταν τίποτα μπροστά στο ξαλάφρωμα που θα ένοιωθα αν έφευγε.
Κάποια στιγμή, συνειδητοποίησε τι είχα κάνει και πάγωσε. Έκρυψε το ανοικτό της στόμα με την παλάμη της και σηκώθηκε όρθια έκπληκτη, παρασύροντας την καρέκλα της στο πάτωμα. Έμεινε εκεί να με κοιτάζει άφωνη, προδομένη, χωρίς να βγάζει λέξη, παρά μόνο μερικούς άψυχους λυγμούς. Φοβήθηκα πώς θα αντιδρούσε άσχημα, θα έβαζε τις φωνές και θα πετούσε πράγματα, αλλά αυτή απλά έμεινε εκεί, και με κοιτούσε με τα άσχημα μάτια της.
Τελικά πισωπάτησε, άφησε μόνο τα δάκρυα της να μιλήσουν και μετά μου γύρισε την πλάτη. Έφυγε τρέχοντας.
Την παρακολούθησα ανακουφισμένος να τρέχει ανάμεσα από τραπέζια και θαμώνες, χωρίς να γυρίζει πίσω. Θα έπρεπε εκείνη τη στιγμή να αισθανθώ τουλάχιστον λύπη, συμπόνια για αυτό το πλάσμα που είχα ταπεινώσει.
Το μόνο όμως που ήθελα να κάνω ήταν να την σπρώξω ακόμα πιο μακριά, να κλείσω την πόρτα της καφετέριας πίσω της και να αισθανθώ ελεύθερο το χώρο γύρω μου από την παρουσία της.
Σήκωσα την καρέκλα της από το πάτωμα και ξανακάθισα στην θέση μου. Οι πελάτες με κοιτούσαν και μερικοί ψιθυρίζαν μεταξύ τους.
Αυτή η μικρή ντροπή που είχα γίνει θέαμα, ήταν όλη κι όλη η ντροπή που αισθανόμουν.

***

Τώρα πια, χωρίς αυτόν τον έρωτα που είχε ναρκώσει την λογική μου όλο αυτό το διάστημα, ήταν πολύ εύκολο να καταλάβω τι εννοούσε ο πατέρας της. Είδα πόσο επιπόλαιο ήταν να θέλω να είμαι μαζί με την ξαδελφή μου, πόσο ατιμωτικό ήταν για την υπόλοιπη οικογένεια και πόσο ανώριμα είχα φερθεί. Τώρα πια, δεν μπορούσα να πιστέψω τι είχα κάνει.
Δεν ήταν πως δεν αισθανόμουν άσχημα για τον τρόπο που συμπεριφέρθηκα στη Σοφία. Αλλά αυτή η συναισθηματική απελευθέρωση είχε ξεκαθαρίσει τα πάντα μπροστά μου και μπορούσα να αντιληφθώ πλέον όλες τις διαστάσεις και επιπτώσεις μιας τέτοιας αιμομικτικής σχέσης. Παρόλο που είχα ζωντανή στην μνήμη μου κάθε ευτυχισμένη στιγμή που έζησα μαζί της και κάθε δυνατό συναίσθημα που με είχε κυριέψει, η αδιαφορία που αισθανόμουν τώρα ήταν πιο ισχυρή. Και ενώ δεν μπορώ να περιγράψω πόσο είχα βασανιστεί μέχρι να πάρω αυτή την απόφαση, τώρα μου φαινόντουσαν όλα αυτά εντελώς ανόητα.
Ο πατέρας της Σοφίας είχε χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε μέσο μπορούσε για να με πείσει και σίγουρα είχε διαφορετική στάση απέναντι μου απ’ότι στην ίδια. Αλλά μου μίλησε σαν άντρας προς άντρα, σαν ίσος προς ίσο, δεν ξέσπασε πάνω μου επειδή δεν ήμουν δικό του παιδί. Υποθέτω πως οι λόγοι που μου ανέφερε ήταν ότι είχε πει και στην Σοφία. Αλλά σε μένα πρόσθεσε και επιχειρήματα όπως την τιμή, την δύναμη και την αποφασιστικότητα ενός άντρα, την θέληση να προχωρήσει στην ζωή του θυσιάζοντας και βάζοντας αξίες πάνω απ’όλα. Είχα μια σπουδαία καριέρα μπροστά μου, μια ολόκληρη ζωή στιγμών και εμπειριών που μπορούσα να αρπάξω, αδειάζοντας απλά τα χέρια μου απ’ότι κρατούσα εκείνη τη στιγμή.
Αφού πήρα το χάπι, κατάλαβα τι εννοούσε.
Από το Νησί έφυγα σχεδόν αμέσως. Με την προτροπή του πατέρα της, προφασίστηκα έκτακτους λόγους που το πανεπιστήμιο απαιτούσε να βρεθώ στην χώρα μου το συντομότερο δυνατόν. Είχα συμφωνήσει μαζί του πως δεν έπρεπε να μάθει κανείς τίποτα. Ότι έγινε έγινε, τώρα οφείλαμε να σώσουμε ότι δεν είχα προλάβει να καταστρέψω. Κάτω από μια κοινή απόφαση, γίναμε για λίγο συνεργάτες. Ήταν φανερό πως, οι καινούργιες συμπεριφορές που μοιραία θα είχαμε πια με την Σοφία θα ήταν αδύνατο να περάσουν απαρατήρητες αν εξακολουθούσαμε να βρισκόμαστε κάτω από την ίδια στέγη.
Μέχρι να φύγω την είδα ελάχιστα, και όσο την είδα ήταν τσακισμένη από την στεναχώρια. Το πρόσωπο της, που το θυμόμουν όμορφο στην αρχή και άσχημο μετά, ήταν χειρότερο από ξεπλυμένο πανί, χωρίς χρώμα και στεγνωμένο εντελώς. Ήταν ένας ακόμα λόγος για να φύγω γρήγορα. Όχι γιατί την λυπόμουν – με άφηνε ανέγγιχτο η λύπη της - αλλά γιατί ήμουν υπεύθυνος για την κατάσταση της και δεν ήθελα να χειροτερέψει. Ήταν τόση η αδιαφορία και η απάθεια που αισθανόμουν για αυτή που έμενα τελείως ασυγκίνητος στη δυστυχία της. Είχα απλά ένα μούδιασμα, σαν κάποιου που κοιτά έναν άνθρωπο που είχαν διαπράξει μαζί μια γκάφα και είχαν πιαστεί στα πράσα, τίποτα περισσότερο.
Το μόνο που μπορούσα να κάνω πια για αυτήν ήταν να της ζητήσω να πάρει το χάπι του αντιέρωτα για μένα, ώστε να μην πονάει άλλο.
Αλλά αυτή, σήκωσε τα πρησμένα από το κλάμα μάτια της, με κοίταξε κατευθείαν στα δικά μου, και χωρίς να μιλήσει καθόλου, με κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο απορία, παράπονο και λίγη παιδική αφέλεια.
Μετά, σήκωσε το χέρι της αργά, άνοιξε την παλάμη της μπροστά μου και μου φανέρωσε το δικό της χάπι, που θα έπρεπε να είχε πάρει αλλά δεν το έκανε.
Δεν άντεξα άλλο το βλέμμα της. Έφυγα.
Δεν την ξαναείδα και δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ.

***

Τα σύννεφα είχαν πυκνώσει κι άλλο πάνω από το Νησί. Μαζεύτηκαν βαριά κι απειλητικά, σαν να προσπαθούσαν το καθένα να επιβάλει την θέση του στα υπόλοιπα, με μια πρωτόγονη και βίαιη σφοδρότητα. Η υποψία βροχής είχε γίνει βεβαιότητα και κρύο άρχισε διαπερνά τα σοκάκια. Κούμπωσα το μπουφάν που φορούσα και έβαλα τα χέρια μου στις τσέπες.
Καθισμένος ακόμα στο μαντράκι, είχα αφήσει τη σκέψη μου να αναπλάσει όλη εκείνη την ιστορία, που ξεκίνησε και τελείωσε εδώ, στο Νησί. Είχαν περάσει είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια από τότε.
Περνώντας ο πρώτος καιρός, άρχιζαν σιγά σιγά όλα να ξεθωριάζουν. Σε λίγο, η θύμηση της Σοφίας ήταν αμυδρή και απαλλαγμένη από την ένταση των ημερών του χωρισμού. Η ηρεμία που μου έδωσε η απόσταση και ότι όλα είχαν τελειώσει με έναν όχι ευχάριστο αλλά τουλάχιστον αποτελεσματικό και διακριτικό τρόπο, με έκανε αρκετές φορές να συλλογίζομαι την κατάσταση της. Ανησυχούσα λίγο για αυτήν γιατί θα έπρεπε πια να παλέψει με τα αισθήματα της μόνο με την δύναμη της θέλησης, αφού δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το χάπι του αντιέρωτα αν δεν ήμουν κοντά της.
Τα νέα της οικογένειας τους τα μάθαινα από την μητέρα μου. Από τότε που είχαν βρεθεί με τον αδελφό της στο Νησί, η επικοινωνία τους έγινε ακόμα πιο συχνή απ’ότι τα προηγούμενα χρόνια και έτσι, δεν έχασα ούτε ένα κεφάλαιο από τη ζωή τους. Ρωτούσα συχνά και ενημερωνόμουν για αυτούς ενώ ήταν φανερό πως οι γονείς μου δεν είχαν μάθει ποτέ τίποτα. Μάλλον ούτε καν υποψιάστηκαν.
Μόλις έφυγα, η Σοφία πέρασε μια ασθένεια που την έριξε για λίγο καιρό στο κρεβάτι. Την ξεπέρασε όμως γρήγορα και επέστρεψε στην Αθήνα. Από τότε δεν έκανε καμία προσπάθεια να μου μιλήσει και φαντάζομαι πως δεν ήθελε πια ούτε να με δει. Κάποια χαιρετίσματα της ήταν μόνο τυπικά, για να συνεχίσει απλά την παράσταση μας με το σωστό τρόπο.
Τις πληγές της τις έκλεισε μόνη της, υποφέροντας και υπομένοντας σιωπηλά. Δεν μίλησε σε κανέναν για ότι είχε γίνει και η συμπεριφορά της δεν μαρτύρησε ποτέ την αλήθεια. Παρόλο που την θυμόμουν ευαίσθητη και συνεσταλμένη, αντιμετώπισε τα πάντα με μια εσωτερική δύναμη που πολύ θα ήθελα να έχω. Μετά από κανά χρόνο, έμαθα πως παντρεύτηκε.
Ο γάμος της έγινε από προξενιό και η Σοφία χρησιμοποίησε το χάπι του έρωτα. Δεν είχα προσωπική άποψη για τον σύζυγο της, πέρα από το γεγονός πως ήταν ευκατάστατος και αρκετά μεγαλύτερος σε ηλικία. Ήταν ένας τυπικός γάμος των ημερών μας, ένας οικονομικός γάμος ευλογημένος από την επιστήμη. Η Σοφία συνέχισε να παίρνει το χάπι μαζί με τον άντρα της ανά τακτά χρονικά διαστήματα, όταν αντιλαμβανόταν πως τα αισθήματα τους ξέφτιζαν και πως έπρεπε να τα αναθερμάνουν. Έτσι, δεν έκλαψε και δεν πόνεσε ποτέ ξανά εξαιτίας του έρωτα, αλλά έζησε όλα αυτά τα είκοσι πέντε χρόνια ερωτευμένη και ευτυχισμένη, βρίσκοντας την απόλυτη ανταπόκριση. Φάνηκε μάλιστα να ξεπερνά οποιαδήποτε άσχημη στιγμή της στο Νησί και, με την οικονομική τους ευχέρεια δεδομένη, περνούσαν πολλούς μήνες με τον σύζυγο της στο παλιό αρχοντικό. Έχοντας πια γαληνέψει, ίσως να κατάλαβε γιατί πήρα εκείνη την απόφαση και ίσως, κάπου βαθιά μέσα της, να με είχε συγχωρήσει.
Σύντομα έφερε στον κόσμο και δυο μικρές κόρες που ολοκλήρωσαν την ευτυχία της, και ο πατέρας της έγινε ένας ευτυχισμένος χαζοπαππούς. Μόλις όμως έφτασε η καθεμιά τους σε ηλικία δεκαοχτώ χρονών, κάτω από τις έντονες πιέσεις της Σοφίας παντρεύτηκαν, χρησιμοποιώντας κι αυτές το χάπι του έρωτα. Η Σοφία φρόντισε ώστε να ανανεώνουν τον γάμο τους με την συχνή χρήση των χαπιών, με τον ίδιο τρόπο όπως κι αυτή.
Μέχρι τα τελευταία νέα που έμαθα από την μητέρα μου για αυτούς, δεν συνέβη κάτι άλλο αξιοσημείωτο στην οικογένεια τους. Η ζωή τους κύλησε ήρεμα και χωρίς ιδιαίτερα σκαμπανεβάσματα. Όποιο τυχόν απρόοπτο υπήρξε, ήταν διαφορετικής φύσης και δεν είχε σχέση με τα αισθήματα τους.
Αυτά ήταν προβλέψιμα και ελεγχόμενα.

***

Η δικιά μου κατάληξη ήταν διαφορετική.
Επέστρεψα στην χώρα μου απαλλαγμένος από την δύσκολη κατάσταση και αποφασισμένος να αφοσιωθώ στις σπουδές μου, αφήνοντας το παρελθόν πίσω. Αλλά πίσω έμειναν μόνο τα πρόσωπα και ο τόπος, γιατί μαζί μου είχα κουβαλήσει κάτι που έμελλε να με ακολουθήσει έως και σήμερα. Στην αρχή δεν του έδωσα μεγάλη σημασία και θεώρησα πως ήταν κάτι που θα περνούσε με τον καιρό, θα το προσπερνούσα. Αλλά αυτό παρέμενε μια σταθερά στη ζωή μου και επηρέαζε τον τρόπο που αντιλαμβανόμουν το περιβάλλον και το πως αντιδρούσαν οι αισθήσεις μου. Γιατί καμία από αυτές δεν έβρισκε ικανοποίηση και θετικότητα πουθενά.
Δεν άργησα να καταλάβω πως, εξαιτίας μιας παρενέργειας του χαπιού που είχα πάρει εκείνη τη μέρα, τα αποτελέσματα του είχαν μείνει μόνιμα πάνω μου, σαν σφραγίδα της προδοσίας και της σκληρότητας μου.
Και δεν ήταν μόνο η σκέψη της Σοφίας που μου προκαλούσε αυτή την απογύμνωση, αλλά κάθε πρόσωπο που συναντούσα ήταν μια αδιάφορη έως δυσβάσταχτη ύπαρξη που με έκανε να το αποφεύγω. Ότι είχα αισθανθεί εκείνο το απόγευμα στην καφετέρια του κάστρου για την Σοφία, το αισθανόμουν για κάθε άνθρωπο που βρισκόταν στο δρόμο μου. Κατά κάποιο τρόπο, ήταν σαν να έβλεπα σε κάθε πρόσωπο το πρόσωπο της.
Στον εγκέφαλο μου είχε μείνει για πάντα κλειστός ο διακόπτης που είχε γυρίσει το χάπι του αντιέρωτα, και σε κάθε εξωτερικό ερέθισμα το μυαλό μου λειτουργούσε είτε με την απάθεια είτε με την άρνηση και την απόρριψη. Ο κόσμος που ζούσα, ήταν αποκομμένος από κάθε στοιχείο που μπορούσε να με διεγείρει ευχάριστα και να μου προκαλέσει συγκινήσεις ή έστω κάποια ελαφρύτερα συναισθήματα, έστω και μια απλή συμπάθεια.
Είχα χάσει κάθε αντίληψη για την γοητεία των πραγμάτων και το μόνο που διέκρινα γύρω μου και έκανε τις αισθήσεις μου να αντιδρούν, ήταν τα αρνητικά, τα ελαττώματα. Η επίδραση του χαπιού είχε αποκλείσει κάθε αντίδραση του εγκεφάλου μου σε ότι μέχρι πρότινος θεωρούσα ελκυστικό. Ο πιο όμορφος πίνακας ζωγραφικής μού ήταν πια αδιάφορος, καμία μουσική δεν ηχούσε ευχάριστα και ποτέ δεν απόλαυσα ξανά την απαλότητα στην αφή μου, αφού έβλεπα ή άκουγα αλλά οι αισθήσεις αδυνατούσαν να μου μεταφέρουν το μήνυμα της συγκίνησης. Αντίθετα, οτιδήποτε αρνητικό κουβαλούσαν, κυλούσε ανεμπόδιστα και φυσιολογικά μέσα μου.
Ότι αισθανόμουν πια ήταν μονόχρωμο, άγευστο ή πικρό, άηχο ή παράφωνο. Και μέσα μου κυκλοφορούσε ύπουλα αυτή η αδιόρατη και ενοχλητική αηδία που μου προκαλούσε σχεδόν κάθε πλάσμα που συναντούσα. Ήταν ένα δηλητήριο το οποίο το μάζευα εγώ ο ίδιος, ήταν ο μοναδικός καρπός που μπορούσα να συλλέξω από την ζωή, αφού τα μοναδικά ερεθίσματα που μπορούσα πια να επεξεργαστώ ήταν τα δυσάρεστα.
Δεν είχε σημασία πόσες προσπάθειες έκανα από τότε ούτε πόσες φορές δοκίμασα τα χάπια του έρωτα. Δεν είχαν καμία επίδραση πάνω μου, κανένα αποτέλεσμα. Όσο και να γυρνούσα απελπισμένος σε μέρη που μπορούσα να βρω κάτι που ίσως ξυπνούσε τις αλλοτριωμένες μου αισθήσεις, είχα κόψει οριστικά και αμετάκλητα τον εαυτό μου στα δύο και είχα πετάξει το ευχάριστο μισό. Ακόμα και όταν ικανοποιούσα τον αντρισμό μου με μερικές γυναίκες, ήταν αποκλειστικά από βιολογική ανάγκη. Αυτό που ήθελα αμέσως μετά ήταν να φύγω ή να φύγουν, να τις διώξω, και να μην υποφέρω άλλο από την στεγνή μορφή τους. Δεν μπόρεσα να πλησιάσω κάποια περισσότερο από αυτό.
Οι γιατροί και η επιστήμη δεν μπόρεσαν να με βοηθήσουν και σύντομα έχασα κάθε ελπίδα από κει. Ξεκίνησα να μελετάω μόνος μου οτιδήποτε αφορούσε τα χάπια αλλά δεν οδηγήθηκα πουθενά, μόνο σε αδιέξοδα. Ότι με είχε γκρεμίσει, αδυνατούσε να με ξαναχτίσει. Και δεν είχε απομείνει τίποτα άλλο που να μπορούσε να με βοηθήσει και να διαλύσει αυτή τη μισητή αναλγησία. Είχα φτάσει στο σημείο που έπρεπε πια να το αποδεχτώ.
Ήμουν νεκρός συναισθηματικά.
Έζησα τα επόμενα είκοσι πέντε χρόνια μια στείρα ζωή, ανιαρή, χωρίς ενδιαφέρον και νόημα. Ο ρυθμός της χτυπούσε στον ίδιο μονότονο ρυθμό που όριζε την κάθε μέρα και έγινε ένα μοναχικό ταξίδι χωρίς στάσεις, βαρετό. Οι σπουδές και η καριέρα που με κράτησαν όρθιο στην αρχή, γρήγορα κατάντησαν μια απλή συνήθεια, απαραίτητη μόνο για να γεμίζει τον χρόνο μου. Που και που, έβρισκα κάποια καινούργια ασχολία που με απασχολούσε για λίγο, μέχρι που την παρατούσα κι αυτήν με μια ψυχική κούραση και μια αίσθηση αγγαρείας, κι επέστρεφα στην εσωτερική μου απομόνωση.
Τις ώρες που δεν εργαζόμουν ή δεν καθόμουν βυθισμένος σε μια καρέκλα κοιτώντας το κενό, τριγυρνούσα στους δρόμους και κοίταζα τα πρόσωπα των άλλων, προσπαθώντας να διακρίνω ένα ανάμεσα τους που θα μου φανεί διαφορετικό και συγκινησιακό. Ήμουν όμως ένας καταδικασμένος. Κάποιος που έβλεπε μια οικτρή και ανούσια πραγματικότητα και τριγυρνούσε μηχανικά, ψάχνοντας ανώφελα να βρει κάτι που αναγνώριζε πια μόνο από θεωρητικούς κανόνες κι από συγκρίσεις με κάποιες γλυκόπικρες αναμνήσεις.
Έγινα στρυφνός, απότομος και κλειστός.
Και όλα αυτά, καθώς έβλεπα την ερμηνεία του έρωτα να μεσουρανεί και τα χάπια του έρωτα και του αντιέρωτα να καθορίζουν την ζωή όλο και περισσότερων ανθρώπων, ώσπου έγινε τελικά μια καθημερινότητα που έσβησε τις όποιες φωνές αντιδράσεων, μαζί και την δική μου. Και είναι αλήθεια, είκοσι πέντε χρόνια ήταν αρκετά για να μην μου φαίνεται πια εξωπραγματικό, ερχόταν και στα δικά μου αυτιά σαν μια συνηθισμένη, φυσιολογική έννοια.
Αλλά είκοσι πέντε χρόνια δεν φάνηκαν αρκετά για να ξεχάσω, το χάπι του αντιέρωτα δυστυχώς δεν μπορούσε να σβήσει και τις αναμνήσεις. Γιατί θα μπορούσα να συμβιβαστώ με την κατάσταση μου αν αγνοούσα τελείως εκείνα τα συναισθήματα, αν τα είχα ξεχάσει. Ότι όμως είχα ζήσει και αισθανθεί τότε, παρέμενε πάντα χαραγμένο στην μνήμη μου, μια μεγάλη αντίθεση, ένα δυνατό φως στην σκοτεινή νύχτα που ζούσα τώρα, που ήταν όμως πια απόμακρο και απλησίαστο.
Και ήξερα πως αν υπήρχε κάποια ελπίδα για μένα, αν υπήρχε κάτι ζωντανό κάπου μέσα στην άρρωστη ψυχή μου, κάτι που δεν είχε πεθάνει ολοσχερώς αλλά βρισκόταν σε ένα βαθύ ύπνο, αυτό δεν ήταν στην επιστήμη αλλά στο παρελθόν. Σε εκείνο το Νησί, σε εκείνες τις αναμνήσεις. Σε εκείνο το πρόσωπο που, κάθε φορά που ερχόταν ξεκάθαρα στο μυαλό μου, ακόμα και τώρα το απωθούσα ενοχλημένος, γιατί μαζί του επιστρέφαν και όλα εκείνα που με είχαν κατακλύσει στην καφετέρια του κάστρου. Αλλά ίσως αν γυρνούσα πίσω, αν γυρνούσα σε εκείνο τον τόπο και συναντούσα εκείνη που υπήρξε ένας δυνατός, φυσικός έρωτας, ο μόνος στην ζωή μου, ίσως και να είχε την δύναμη να αναστρέψει την τυραννία της κενότητας μου, την εσωτερική μου καθίζηση και την ασχήμια γύρω μου.
Και δεν ζητούσα τίποτα, δεν είχα καμία προσδοκία από αυτήν. Ας με πλήγωνε και ας με ταπείνωνε, αρκεί να με ξυπνούσε και να με έβγαζε από αυτή την απάνθρωπη μιζέρια. Ας γευόμουν κι εγώ την απώλεια και τον πόνο, αρκεί να μου φανέρωνε πως είχε μείνει κάτι όμορφο σε αυτό το μαύρο κατακάθι μέσα μου, που με μόλυνε και με κρατούσε φυλακισμένο. Αρκεί να γινόμουν άνθρωπος και πάλι.
Γι’ αυτό και η μελαγχολία του φετινού φθινοπώρου και η είδηση του θανάτου του συζύγου της με έφεραν πίσω στο Νησί. Γι’ αυτό και γύρισα πάλι, γνωρίζοντας πως θα την βρω εδώ, λίγα μόλις μέτρα πιο πάνω, ανεβαίνοντας λίγη ακόμα ανηφόρα.
Ήταν ανήθικο, αλλά ήταν το μόνο που μπορούσα να ελπίζω.

***

Άρχισε να βρέχει.
Ήθελα να βρέξει και να ξεπλύνει τα πάντα.
Σήκωσα τον γιακά του μπουφάν και έστρεψα τα μάτια στον ουρανό, κοιτάζοντας το βάρος της συννεφιάς και τις σταγόνες που πέφταν ορμητικές. Κάποια μέρα, σκέφτηκα, θα ανοίξει τα σύννεφα και θα πετάξει μέσα τα σκουπίδια Του.
Ξεκίνησα για το σπίτι της Σοφίας και τα βήματα μου δεν ήταν ούτε αργά ούτε γρήγορα. Υπήρχε σε αυτά μια σταθερότητα και μια συγκρατημένη αποφασιστικότητα.
Την είδα στην αυλή του παλιού αρχοντικού, να μαζεύει γρήγορα γρήγορα κάποια απλωμένα σεντόνια που τα ανεμόδερνε ο βοριάς του Αιγαίου. Την κοίταξα μετά από είκοσι πέντε χρόνια και αναρωτήθηκα τι αισθάνομαι.
«Καλημέρα Σοφία» της είπα.


----------------------------------------------------------------
Λίγα λόγια ακόμα 'Του έρωτα και του αντιέρωτα'

Το ασανσέρ


Το ασανσέρ στέκεται βουβό απέναντι, στην μέση ακριβώς του πελώριου μπεζ τοίχου της ψηλοτάβανης αίθουσας. Κάθε τόσο φτάνει στο ισόγειο με ένα «ντινγκ!», ανοίγει τις συρόμενες μεταλλικές του πόρτες με ένα απειλητικό σφύριγμα και καταπίνει ομάδες υπαλλήλων που περιμένουν σε δυάδες στην γραμμή. Το πρωτόκολλο της Εταιρίας ορίζει να μπαίνουν αυστηρά ανά εξάδες και μόνο όσοι περισσέψουν στο τέλος μπορούν να μπουν σε μικρότερο αριθμό. Κλείνει με τον ίδιο μοχθηρό συριγμό και τους οδηγεί στον όροφο που τους αναλογεί η ιεραρχική τους θέση στην Εταιρία. Στην αίθουσα επιστρέφει η αλλόκοτη ησυχία που επικρατεί μέχρι το ασανσέρ να ολοκληρώσει την διαδρομή του..."

συνέχεια...

Αυτή η ιστορία χρησιμοποιεί κάποια εφέ που δυστυχώς δεν μπορούν να εμφανιστούν σαν απλό κείμενο. Αναγκαστικά λοιπόν, την ανεβάζω σαν αρχείο pdf.

Πράσινη θάλασσα


Ήταν νωρίς το απόγευμα αλλά ο ήλιος είχε κατέβει περισσότερο από το συνηθισμένο. Πλησίαζε γρήγορα προς την δύση του, λες και όλο το χωριό είχε γύρει κι αυτός κυλούσε σαν μπάλα επάνω του. Άλλη κίνηση τριγύρω δεν φαινόταν γιατί υπήρχε μια καλοκαιρινή άπνοια στον οικισμό, παρόλο που ήταν τέλη άνοιξης ακόμα. Ο αέρας ήταν δροσερός αλλά παράξενα στάσιμος, τα δέντρα τριγύρω παγωμένα σε περίεργες στάσεις και μπορούσες να κατεβάσεις τις ακινητοποιημένες μυρωδιές των λουλουδιών και του θυμαριού από γύρω σου, όπως θα τις κατέβαζες κι από ένα ράφι με εμπορεύματα.
Εκτός από τον ήλιο, μόνο το ασημί αυτοκίνητο μαρτυρούσε την ροή του χρόνου, καθώς διέσχιζε αργά ένα μικρό χωμάτινο δρομάκι ανάμεσα σε στριμωγμένες αυλές και πεζούλια. Ο οδηγός του, ο Νίκος, ακούγοντας μια ανάλαφρη μουσική από το ραδιόφωνο, παρατηρούσε τα παλιά αλλά και τα νεόχτιστα σπίτια που τίποτα γραφικό δεν είχαν. Σε μερικές κεραμοσκεπές διακρίνονταν και δορυφορικά πιάτα, ωστόσο, τόσες φορές που είχε ανέβει σε αυτό το χωριό, γνώριζε καλά πως οι εκσυγχρονιστικές πινελιές είχαν απλά βάψει μια παραδοσιακή καρδιά που χτυπούσε ακόμα, έστω κι από έθιμο.
Έφτασε στο τέλος του αδιεξόδου και στρίμωξε το αυτοκίνητο σε ένα μικρό ξέφωτο, ανάμεσα σε ένα παλιό άσπρο αγροτικό και ένα πολυχρησιμοποιημένο τρακτέρ. Έκλεισε το ραδιόφωνο, βγήκε έξω, δεν είδε κανέναν για να χαιρετήσει, και πέρασε από ένα μικρό τσιμεντένιο σοκάκι που οριοθετούσαν οι φρεσκοβαμμένοι τοίχοι δύο παλιών σπιτιών. Έφτασε στην οικία της οικογένειας Αργυρίου, ανέβηκε στο κατώφλι της κυρίας πόρτας – ποτέ δεν χρησιμοποιούσε την είσοδο της κουζίνας, παρά την οικειότητα -, σκούπισε τυπικά τα πόδια του στο πατάκι, και αφού με κάποια έκπληξη είδε πως μετά από χρόνια έλειπε το κουδούνι, χτύπησε την πόρτα με το χέρι.
«Καλησπέρα κυρά Γιωργία» είπε αλλά η κυρά Γιωργία, παρόλο που κρατούσε μια επιφανειακή ψυχραιμία, τον ασπάστηκε αμέσως στα μάγουλα και τον αγκάλιασε.
«Μα μην στεναχωριέστε κυρά Γιωργία» της είπε αυτός χτυπώντας την καθησυχαστικά στην πλάτη, «μην στεναχωριέστε!»
«Πώς να μην στενοχωριέμαι Νίκο μου, ανησυχώ… Τι θα κάνει, τι θα τρώει, ποιος θα του πλένει…»
«Θα την βρει την άκρη αυτός, μην ανησυχείτε… Εξάλλου δεν πήγε μακριά, μια ωρίτσα με το αεροπλάνο είναι αν χρειαστεί...»
«Κι αν πάθει κάτι και δεν μπορεί να μας ειδοποιήσει;...»
«Τίποτα δεν θα πάθει κυρά Γιωργία, τι να πάθει; Και είναι τόσο κοινωνικός που γρήγορα θα βρει ανθρώπους εκεί. Γι’ αυτό σας λέω, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείτε...»
Ο Νίκος κατανοούσε την κυρά Γιωργία και ήξερε εκ των προτέρων την συμπεριφορά της αφού την γνώριζε χρόνια. Και ήταν βέβαιος πως η αγωνία της θα είχε καμουφλαριστεί με μια αστείρευτη ενέργεια, που θα την είχε κάνει να σηκωθεί πρωί πρωί χωρίς να βρίσκει ησυχία, θα είχε κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού από δυο και τρεις φορές, θα είχε μιλήσει με όλους τους γειτόνους για τον γιό της, δεν θα είχε αφήσει τον σύζυγο της να κοιμηθεί όλο το βράδυ, και – ήλπιζε πως όχι – θα έκανε ένα ακόμα τηλεφώνημα στον Αντώνη, με το που έκλεινε το ακουστικό από την προηγούμενη κλήση της σε αυτόν.
Τα ήξερε και τα περίμενε όλα αυτά, αλλά καθώς όφειλε αλλά και γιατί ο Αντώνης ήταν ξεκάθαρος σε αυτό το θέμα, είχε αναλάβει τον άχαρο ρόλο του ατάραχου και του καθησυχαστή. Εξάλλου, οι φόβοι της ήταν φυσιολογικοί και αναμενόμενοι αλλά ο ίδιος αντιμετώπιζε τα πράγματα διαφορετικά, πιο ψύχραιμα και πιο αντικειμενικά, γιατί η κατάσταση δεν χρειαζόταν και μεγάλη ανάλυση: Ο Αντώνης είχε πάει στην Κύπρο για μια δουλειά που επέλεξε λόγω καλύτερου μισθού, χωρίς να έχει πραγματικά την οικονομική ανάγκη να το κάνει. Λίγες μέρες πριν την αναχώρηση του είχε υποβάλει την παραίτηση του στην εταιρία που ήδη εργαζόταν και μέχρι τώρα, είχε λείψει μόλις μία εβδομάδα.
«Έλληνες εδώ, Έλληνες και κει κυρά Γιωργία... Μια χαρά θα τα βρει μαζί τους...»
«Ναι αλλά ξένα μέρη είναι Νίκο μου, όπως και να το κάνεις ξένα μέρη είναι...»
«Μην ανησυχείτε κυρά Γιωργία, θα τα καταφέρει μια χαρά...»
Η κυρά Γιωργία έβαλε άνω τελεία και αφού τον ρώτησε αν αυτός είναι καλά, τον σταυροκόπησε και του πήρε την ελαφριά ζακέτα που φορούσε για να τον ξελαφρώσει. Πήγε να την κρεμάσει στον καλόγερο που συνήθως ήταν στην γωνία δίπλα από την πόρτα αλλά βρήκε την θέση κενή, κι έτσι το δίπλωσε παστρικά και το άφησε σε μια καρέκλα που υπήρχε εκεί κοντά.
Χτύπησε με καημό τις παλάμες της στους μηρούς της και τον οδήγησε από το χολ στην κουζίνα, όπου μυρωδιές από το βραδινό φαγητό αναδύονταν από μια κατσαρόλα. Στην γωνία βρισκόταν ένα παλιό τζάκι, πολυχρησιμοποιημένο και λειτουργικό ακόμα, με την κάπνα στα εσωτερικά του τοιχώματα μοιρασμένη ισόποσα με τσίκνα από κοψίδια. Στην απέναντι γωνία ήταν μια σβηστή τηλεόραση, στο κέντρο ένα τραπέζι, ενώ η μια πλευρά του δωματίου ήταν γεμάτη με όλα τα απαραίτητα σύνεργα μιας καλής και ευσυνείδητης μαγείρισσας.
Το τραπέζι στο κέντρο ήταν άδειο, εκτός από διάσπαρτα ζωγραφισμένα φύλλα ακουαρέλας πάνω σε αυτό. Στην μία από τις τέσσερις καρέκλες γύρω του, ήταν καθισμένο ένα κοριτσάκι γύρω στα πέντε χρονών, με κόκκινα μάγουλα και τα μαλλιά δεμένα με κοτσίδα, που μουντζούρωνε ή ζωγράφιζε ένα καινούργιο σχέδιο. Μόλις είδε τον Νίκο, παράτησε αμέσως το μολύβι της, πετάχτηκε όρθια, και κρύφτηκε γρήγορα πίσω από την πλάτη της κυρά Γιωργίας. Τα χέρια της γαντζώθηκαν από το δέσιμο της ποδιάς της.
«Ααα...» έκανε με έκπληξη η κυρά Γιωργία, «Κωνσταντίνα μου, τον Νίκο μας ντρέπεσαι;» της είπε και προσπάθησε να στρίψει προς τα πίσω. Αλλά η μικρή ακολουθούσε πιστά την πλάτη της και δεν μπορούσε να την δει.
«Βρε κουτούλα, τον Νίκο μας;»
«Από τότε που της είχε πει ο Αντώνης πως έχω μεγάλη μύτη, με έχει πάρει από φόβο...» χαριτολόγησε ο Νίκος.
«Μεγάλη μύτη ο Νίκος μας Κωνσταντίνα;»
Τα μάτια της μικρής ξεπρόβαλαν δειλά πίσω από την πλάτη της κυρά Γιωργίας αλλά μόλις είδαν αυτόν τον ψηλό άντρα που τους φάνταζε πελώριος, ξανακρύφτηκαν την ίδια στιγμή.
Η κυρά Γιωργία κατάφερε να την πιάσει από τις μασχάλες και να την φέρει δίπλα της, ενώ αυτή είχε σκύψει το κεφάλι ντροπαλά και είχε κοκκινίσει κι άλλο. Την οδήγησε στην καρέκλα της κι αφού της χάιδεψε το κεφάλι, τη παρότρυνε:
«Δείξε στον Νίκο μας τι ζωγραφίζεις Κωνσταντίνα! Κοίτα, κοίτα Νίκο τι έχει ζωγραφίσει το κορίτσι μας!»
Ο Νίκος κάθισε στην καρέκλα απέναντι τους και έσκυψε προς την ζωγραφιά. Ήταν ημιτελής ακόμα και στο κάτω μέρος είχε μια επιφάνεια βαμμένη με καμπύλες γραμμές πράσινη.
«Τι έχεις ζωγραφίσει Κωνσταντίνα;» την ρώτησε.
Η Κωνσταντίνα δεν απάντησε αλλά κράτησε τα μάτια της χαμηλά. Ούτε στην κυρά Γιωργία απάντησε που την προέτρεψε να του εξηγήσει. Μετά από λίγο όμως, γύρισε στο αυτί της και, καλύπτοντας το στόμα της με τα χέρια της, κάτι της ψιθύρισε.
«Ααα Νίκο...» έκανε η κυρά Γιωργία, «θάλασσα έχει ζωγραφίσει το κορίτσι μας! Θάλασσα!... Κοίτα τι ωραία θάλασσα!»
Ο Νίκος κοίταξε την πράσινη θάλασσα στο χαρτί αλλά δεν ήθελε να ρισκάρει μια παρατήρηση για το χρώμα και απλά κούνησε με προσποιητό θαυμασμό το κεφάλι. Ωστόσο, η μικρή είχε ήδη εξηγήσει στην κυρά Γιωργία για αυτήν την πρωτοτυπία.
«Αλλά έχει χάσει το μπλε μολύβι το κορίτσι και αναγκάστηκε να την ζωγραφίσει με το πράσινο...» του είπε συνεχίζοντας να την χαϊδεύει στοργικά.
Η Κωνσταντίνα, για να κρύψει την αμηχανία της, πήρε το πράσινο μολύβι και με ύφος πως έκανε το πιο σοβαρό πράγμα στον κόσμο έπιασε να ολοκληρώσει την θάλασσα της.
Ο Νίκος γνώριζε την λατρεία της κυρά Γιωργίας για την μικρή και θεώρησε ευτύχημα που υπήρχε κι αυτή στο σπίτι, έτοιμη να δεχτεί την επιπλέον αγάπη που είχε μείνει κενή από την απουσία του Αντώνη.
«Τι καφέ να φτιάξω Νίκο μου;»
«Έναν ελληνικό κυρά Γιωργία, γλυκό...»
Η κυρά Γιωργία άφησε την μικρή – που για μία μόνο στιγμή σήκωσε τα μάτια της, τον κοίταξε και τα ξανακατέβασε αμέσως - και απομακρύνθηκε.
Ο Νίκος απέμεινε στο γεμάτο από τις παιδικές ζωγραφιές της Κωνσταντίνας τραπέζι, να κοιτάζει τις δημιουργίες της. Ανθρώπινες φιγούρες, σπιτάκια, θάλασσες, βουνά, όλα τα είδη υπήρχαν. Μια κυρία σε μια βεράντα, ένας σκύλος να τρέχει σε μια παραλία, ένα αγόρι – αγόρι πρέπει να ήταν – να δένει μια βάρκα. Η Κωνσταντίνα, βαπτιστήρα του Αντώνη, είχε σίγουρα πολλές εικόνες στην φαντασία της.
Γεννημένη στη Ελλάδα, οι γονείς της είχαν κατέβει από την Αλβανία με τα πόδια και είχαν διασχίσει όλη την απόσταση από τα σύνορα μέχρι την Πελοπόννησο. Δουλειά στη δουλειά, είχαν καταλήξει σε εκείνο το χωριό, όπου είχαν βγάλει πια ρίζες και είχαν στεριώσει. Έμειναν ακριβώς δίπλα στην οικογένεια Αργυρίου, σε ένα μικρό και παλιό σπίτι, κι αυτό ήταν και η απαρχή της σχέσης τους. Λίγα χρόνια αργότερα, στο διάστημα της οποίας καλλιεργήθηκε μια αμοιβαία συμπάθεια και εμπιστοσύνη μεταξύ τους, γεννήθηκε και η Κωνσταντίνα, όπου ο Αντώνης πρόθυμα είχε δεκτεί να βαπτίσει.
Ο Αντώνης ήταν ανύπαντρος κι ο ερχομός μιας παιδικής αναπνοής στο σπίτι – έστω και ξένης - έφερε πολλά χαμόγελα στους γονείς του και όλη την φρεσκάδα που αναζητούσαν στα εγγόνια που δεν είχαν ακόμα. Η μικρή έγινε το επίκεντρο του ενδιαφέροντος και αποδέκτης πραγματικής φροντίδας, που κορυφώθηκε χάρη σε μια μικρή αλλά σοβαρή δυσκολία που αντιμετώπισε η Κωνσταντίνα στην αρχή. Γιατί - σύμφωνα με τα όσα έλεγαν οι άνθρωποι της - η ζωή ανάμεσα σε ένα περιβάλλον όπου από την μια μιλούσαν αλβανικά και την άλλη ελληνικά, την έκανε να μπερδεύεται, γιατί έβλεπε τα πράγματα γύρω της να αποκαλούνται με διαφορετικές λέξεις κάθε φορά. Κι έτσι, σαν να μην μπορούσε να διαλέξει τη γλώσσα με την οποία θα ερμήνευε την ζωή, παρέμεινε σιωπηλή για περίπου δυόμιση χρόνια.
Τώρα φυσικά μιλούσε μια χαρά, και όταν δεν υπήρχαν ξένοι στο σπίτι ή άνθρωποι που να ντρέπεται μπροστά τους, η κυρά Γιωργία διαβεβαίωνε πως το στόμα της πήγαινε σαν πολυβόλο. Επειδή όμως ο Νίκος ήταν ένας από τους ανθρώπους που τους ντρεπόταν - ενώ δεν ήταν καθόλου άγνωστος στην οικογένεια - αλλά και επειδή ο Αντώνης τής είχε περιγράψει τον ερχομό του την πρώτη φορά στο σπίτι λέγοντας της: «Θα έρθει ένας φίλος μου ψηλοοός, τόοοσος, και με μια μύτη τόοοση...», σπάνια του μιλούσε. Και έτσι κι αυτός τώρα δεν την ενοχλούσε αλλά προτίμησε να χαζεύει τις ζωγραφιές που είχε απλώσει στο τραπεζομάντιλο.
Τον διέκοψε η κυρά Γιωργία που ήρθε κρατώντας τον δίσκο στο χέρι, με τον αχνιστό καφέ στην μια άκρη του δίσκου και την άλλη του άκρη άδεια. Άφησε τον φλιτζάνι μπροστά του προσεκτικά.
«Έχει κλίση στη ζωγραφική...» παρατήρησε ο Νίκος, περισσότερο για να πει κάτι.
«Από τότε που έφυγε ο Αντώνης ζωγραφίζει...» του απάντησε αυτή και, αμέσως μόλις άκουσε το όνομα του γιου της που η ίδια είχε προφέρει, το πρόσωπο της μελαγχόλησε ξανά. Πήρε ένα σκαμπό - αδιαφορώντας για τις καρέκλες - κι έκατσε στεναχωρημένη δίπλα στην Κωνσταντίνα.
«Κυρά Γιωργία» προσπάθησε να αποφορτίσει λίγο την κατάσταση ο Νίκος, «ο Αντώνης είναι αρκετά ώριμος. Τριάντα δύο χρονών είναι, την έχει ζήσει την ζωή αρκετά και ξέρει, δεν είναι κανά παιδάκι. Και τον ξέρετε, είναι καταφερτζής, όπου πάει κερδίζει τις συμπάθειες...»
Η απάντηση της ήταν ένα ξεφύσημα, που αφού αιωρήθηκε για λίγο, βούτηξε στην θάλασσα που ζωγράφιζε η Κωνσταντίνα.
«Μην στεναχωριέστε καθόλου» συνέχισε αυτός, «τα πράγματα έχουν αλλάξει, δεν είναι όπως παλιά. Τώρα ο κόσμος είναι μια γειτονιά, οι άνθρωποι έχουν την δυνατότητα να αλλάζουν χώρες όπως παλιά άλλαζαν πόλεις. Και είναι πολλοί αυτοί που κάνουν καριέρες με αυτό τον τρόπο...».
«Ναι αλλά βρε Νίκο μου... αφού τα είχε καταφέρει μια χαρά εδώ, γιατί να πάει κάπου που δεν ξέρει κανέναν και να αρχίσει τα πάντα από την αρχή;... Δεν του έλειπε τίποτα εδώ, και την δουλειά του την είχε, και τους φίλους του τούς είχε...»
«Θέλησε να κάνει ένα νέο βήμα στη ζωή του κυρά Γιωργία, και η ευκαιρία που του παρουσιάστηκε ήταν πολύ καλή για να την αφήσει να πάει χαμένη...»
«Να είχε κανά γνωστό τουλάχιστον εκεί, κανά συγγενή... Αλλά πώς θα τον αντιμετωπίσουν τώρα...»
«Είπαμε κυρά Γιωργία, Έλληνες είναι και κει, και οι Έλληνες είναι παντού ίδιοι. Δεν φημιζόμαστε για την φιλοξενία μας; Και κει φιλόξενοι είναι. Και στο κάτω κάτω, παίρνουμε εισιτήρια και πάμε για Σαββατοκύριακο κάτω, να τα δούμε κι εμείς οι ίδιοι πως είναι τα πράγματα. Αλλά σας λέω, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα».
Ρούφηξε με θόρυβο μια γουλιά από τον καφέ του, κι αφού κολάκεψε τα χέρια της κυρά Γιωργίας και την ικανότητα τους στο να πετυχαίνει καφέδες, άφησε το φλιτζάνι με τελετουργικές κινήσεις στο πιατάκι.
«Θα μου φέρετε και ένα ποτηράκι νερό;»
«Ναι αγόρι μου» είπε η κυρά Γιωργία και πετάχτηκε από το σκαμπό της σαν να έψαχνε αφορμή για να κινηθεί, «θα σου φέρω αμέσως». Ξαναπήγε στην μεριά της κουζίνας που ήταν το ιερό του βασιλείου της, με τα κατσαρολικά, τα ντουλάπια, τον φούρνο και το ψυγείο, κι επέστρεψε με ένα ποτήρι δροσερό νερό που το άφησε μπροστά του. Ξανακάθισε στο σκαμπό της και πήρε μια μοιρολατρική στάση, παρά την συγκινητική της προσπάθεια να χαλιναγωγήσει την ανησυχία της.
«Κι αν χρειαστεί λεφτά και δεν το λέει; Ξέρεις τι περήφανος είναι ο Αντώνης...» είπε κάποια στιγμή.
«Είναι καλοπληρωμένη η δουλειά του κυρά Γιωργία, μακάρι να έβγαζα και γω τόσα...»
«Ναι αλλά εκεί θα έχει νοίκι, φαγητό, ένα σωρό έξοδα... Δεν θα είναι όπως εδώ που δεν πλήρωνε τίποτα από αυτά, εκεί θα πρέπει να τα πληρώνει όλα...»
«Όχι μόνο του φτάνουν αλλά του περισσεύουν κι άλλα τόσα. Είναι πραγματικά πολύ καλός μισθός» απάντησε ο Νίκος. «Αφού σκέφτομαι να του ζητήσω δανεικά…» χαριτολόγησε ξανά, χωρίς βέβαια να περιμένει σπουδαία αποτελέσματα. Αλλά η κυρά Γιωργία απάντησε αμέσως με καινούργια ερώτηση.
«Κι αν μπλέξει με καμία επιτήδεια;»
Ο Νίκος δεν απάντησε αμέσως σε αυτό, όχι γιατί δεν ήξερε τι να πει αλλά γιατί ήταν αναπόφευκτη μια ασπρόμαυρη προβολή με αναμνήσεις του, με αυτόν και τον Αντώνη να γλεντάνε με γυναίκες σε μπουζούκια, σε στριπτιζάδικα, σε παραλίες, εργένηδες έντιμοι και συνεπείς. Ούτε μπόρεσε να συγκρατήσει την ατίθαση εικόνα τους στην επιστροφή από μια σπάταλη βραδιά, που έψαχναν το σπίτι του Αντώνη τύφλα στο μεθύσι, ψηλαφώντας τους τοίχους και τραγουδώντας ανέμελα: «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα....ένα όμορφο αμάξι, πω πω, κι άλλα άλογα...»
Δεν είχε πάντως κανέναν ενδοιασμό για την αυτοσυγκράτηση του Αντώνη, ούτε φοβόταν πως θα επέτρεπε σε κάποια να τον εκμεταλλευτεί με τον τρόπο που ανησυχούσε η μητέρα του, πόσο μάλλον να γίνει η οικονομική του καταστροφή. Αλλά η αλήθεια ήταν πως ο Αντώνης ήταν ένας άνθρωπος που ένοιωθε την ζωή, και η μετακόμιση του ήταν άλλη μια πτυχή της ίδιας θέλησης να ζήσει και να ανανεωθεί με εμπειρίες, αμέσως μόλις άρχισε να νοιώθει βαλτωμένος. Όπως αλήθεια ήταν και πως για την μητέρα του ήταν το ίδιο και το αυτό, μετανάστευση και ξενιτιά. Και οι φόβοι της ήταν επίσης ίδιοι, ότι και να έλεγαν, είτε ο Αντώνης είτε ο Νίκος.
Ετοιμαζόταν να πει κάτι για να απαντήσει στην τελευταία της ερώτηση, εξάλλου είχαν κάνει ατελείωτες συζητήσεις με τον Αντώνη πριν φύγει ώστε να καλύψουν τις πιθανές ερωτήσεις της κυράς Γιωργίας και τις καλύτερες απαντήσεις τους, αλλά τον πρόλαβε μια δυνατή αντρική φωνή που μπήκε από την πόρτα της κουζίνας.
«Σε ζάλισε η γυναίκα μου Νικόλα;» είπε ο κυρ Μιχάλης που μπήκε επιβλητικός στην κουζίνα. Έκλεισε την εξωτερική σίτα και μετά την πόρτα, και με το ίδιο πειθαρχημένο βήμα που είχε κερδίσει από τα τόσα χρόνια που ήταν ο δάσκαλος του χωριού, φίλησε την γυναίκα του στο μέτωπο, τον Νίκο - που σηκώθηκε όρθιος - στα μάγουλα, και κρέμασε το σακάκι του στην πλάτη μιας καρέκλας.
«Όχι καθόλου» είπε ο Νίκος, «ίσα ίσα...»
«Τι, μόνο εγώ δηλαδή θα πληρώνω την νύφη;» είπε εύθυμα ο κυρ Μιχάλης και γέλασε το περιποιημένο μουστάκι του. «Πρέπει να τα ακούς και συ από δω και πέρα για να ξαλαφρώνω κι εγώ λίγο από την μουρμούρα!»
Έκανε το γύρο του τραπεζιού και θρονιάστηκε στην καρέκλα δίπλα από την Κωνσταντίνα. Σηκώθηκε όμως αμέσως, γιατί έλειπε το μαξιλάρι από αυτήν και το είχε συνηθίσει. Πήρε αυτό από την τελευταία ελεύθερη καρέκλα, το έστρωσε στην δικιά του και μετά έκατσε πάνω του. «Τι κάνει το κορίτσι μου;»
Η μικρή σηκώθηκε και τον αγκάλιασε. Μετά έκατσε στο πόδι του, έριξε μια φευγαλέα και δειλή ματιά προς τον Νίκο, και γρήγορα γρήγορα έκρυψε το πρόσωπο της πίσω από το μάγουλο του κυρ Μιχάλη, ενώ τα χέρια της τύλιξαν το λαιμό του.
«Βρε, βρε» είπε αυτός γελαστός, «τι θα κάνω με τις γυναίκες του σπιτιού πια;»
«Ναι» είπε ενοχλημένη η κυρά Γιωργία, «εσύ δεν στεναχωριέσαι καθόλου...»
«Γιατί να στεναχωρηθώ, μεγάλος άντρας είναι και ζει την ζωή του» της απάντησε χαϊδεύοντας ελαφρά την πλάτη της Κωνσταντίνας. «Αν δεν τα κάνει τώρα, πότε θα τα κάνει; Όταν θα βγει στη σύνταξη; Έτσι δεν είναι Κωνσταντίνα μου; Δεν έχω δίκιο; Ο Αντώνης είναι στην Κύυυπρο... Και θα σου φέρει δώωωρα... Και κούουουκλες... και ρουχαλάαακια... Και τι είναι ο κόσμος σήμερα; Μια χαψιά είναι και... ΜΑΜ!... τον έφαγες!»
Η Κωνσταντίνα γέλασε γιατί ταυτόχρονα με το ‘ΜΑΜ’ δέχτηκε και μια απαλή τσιμπιά στα πλευρά και γαργαλήθηκε. Έφερε χαρούμενη το κεφάλι της από το άλλο μάγουλο του κυρ Μιχάλη – χωρίς να πάρει τα χέρια της από τον λαιμό του - αλλά αισθάνθηκε εκτεθειμένη στον Νίκο κι έτσι ξαναγύρισε εσπευσμένα στην αρχική της θέση.
«Ναι, αλλά δεν είναι εδώ Μιχάλη μου, δεν είναι εδώ...» συνέχισε κουρασμένα η κυρά Γιωργία.
«Ε, δεν είναι εδώ, είναι εκεί... Σώπα τώρα, και φέρε μας κανά μεζεδάκι και λίγο τσίπουρο. Θα πιεις τσίπουρο Νικόλα, δεν θα πιεις;»
«Ας πιούμε λίγο...» δέχτηκε ο Νίκος.
Η κυρά Γιωργία σηκώθηκε και πήγε να ετοιμάσει τα πράγματα. Ο κυρ Μιχάλης ξεκίνησε να ανεβοκατεβάζει το πόδι του ρυθμικά, κουνώντας μαζί και την Κωνσταντίνα που φάνηκε να το απολαμβάνει.
«Τι νέα εσύ Νικόλα; Πώς πάει η δουλειά;»
«Πώς να πάει κύριε Μιχάλη, τα ίδια... ησυχία...»
«Κάνατε και στο δικό σας τμήμα αξιολόγηση;»
«Ναι, πριν λίγες εβδομάδες» απάντησε ο Νίκος, που ήταν συνάδελφοι με τον Αντώνη πριν αυτός φύγει για Κύπρο. «Και μάλιστα...» πήγε να συνεχίσει αλλά τον διέκοψε ο κυρ Μιχάλης:
«Είδες τι είχε γράψει ο προϊστάμενος για τον Αντώνη; Το ‘βαρύ πυροβολικό’ της εταιρίας!» είπε με καμάρι. «Γεμάτο καλά λόγια ήταν!»
«Και όχι άδικα» συμφώνησε ο Νίκος, «αλίμονο... αν δεν έγραφαν για τον Αντώνη καλά λόγια για ποιον θα έγραφαν....»
«Τα ‘κούς Κωνσταντίνα μου τι καλά λόγια έγραψαν για τον Αντώνη; Ο καλύτερος υπάλληλος στην εταιρία!» είπε ο κυρ Μιχάλης στην μικρή που ακόμα κρυβόταν στο μάγουλο του. Αυτή κάτι του είπε στο αυτί και ο κυρ Μιχάλης, με μια απορία στην αρχή που εξελίχθηκε όμως σε ένα πλατύ χαμόγελο, είπε: «Μεγάλη μύτη; Και τι έγινε; Δεν τρώνε οι μεγάλες μύτες! Μη φοβάσαι καλή μου!» και έκλεισε το μάτι στον Νίκο. «Άλλοι άνθρωποι έχουν μεγάλη μύτη, άλλοι άνθρωποι έχουν μικρή. Ο Αντώνης μας τι μύτη έχει; Θυμάσαι;»
Η Κωνσταντίνα κάτι του απάντησε μυστικά.
«Έεετσι...» είπε αυτός, «ούτε μικρή μύτη ούτε μεγάλη! Μεσαία!»
Ο Νίκος, που διασκέδασε με τον διάλογο και δεν αισθανόταν καθόλου άβολα με αυτούς τους οικείους ανθρώπους, πρότεινε στην Κωνσταντίνα να της φέρει ένα διπλάσιο σε μέγεθος μπλοκ από αυτό που είχε, για να του ζωγραφίσει την μύτη. Αλλά αυτή, μετά από μία ακόμα δειλή ματιά προς αυτόν, είπε τα δικά της στο αυτί του κυρ Μιχάλη.
«Όχι Κωνσταντίνα μου, δεν λέει ψέματα ο Νικόλας, αυτό μόνο ο Πινόκιο το πάθαινε. Λες ψέματα Νικόλα; Όχι!... Αφού είναι φίλος με τον Αντώνη Κωνσταντίνα μου, δεν μπορεί να λέει ψέματα. Δεν λέει η παροιμία ‘πες μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι’;... Ο Αντώνης λέει ψέματα;... Όχι!... Είδες λοιπόν;...»
Η Κωνσταντίνα τραβήχτηκε και έτριψε το μάτι της κάνοντας γροθιά την παλάμη της, ενώ με το άλλο μάτι κρυφοκοίταξε τον επισκέπτη. Μετά, σηκώθηκε από το πόδι του κυρ Μιχάλη, έπιασε μια ολοκληρωμένη ζωγραφιά από το τραπέζι και την παρουσίασε στον δάσκαλο. Αυτός, έστριψε προς το έπιπλο που βρισκόταν η τηλεόραση και που φυλούσε τα γυαλιά του αλλά δεν τα βρήκε πουθενά, και φόρεσε τελικά τα γυαλιά της γυναίκας του, που ήταν ακουμπισμένα σε μια φρουτιέρα. Εξέτασε την ζωγραφιά, την παίνεψε για την τέχνη της και της ζήτησε να του δείξει και τις υπόλοιπες.
Ο Νίκος πρόσεξε πως στην μια μόνο εβδομάδα που ζωγράφιζε η Κωνσταντίνα, είχε να επιδείξει ένα μεγάλο αριθμό έργων, πρέπει να είχε γεμίσει περίπου δύο μπλοκ από σκίτσα, τα οποία μετά έκοβε και τα άφηνε στο τραπέζι. Παρατήρησε επίσης πως, παρά το πλήθος τους, όλα τα ανθρωπάκια που είχε ζωγραφίσει ήταν επαναλήψεις των ίδιων φιγούρων: μια γυναίκα, ένα αγόρι και ένας σκύλος, που απλά άλλαζαν σκηνικό και στάση. Σε άλλες ήταν ο καθένας μόνος του, σε άλλες ήταν όλοι μαζί και σε άλλες οι δύο από τους τρεις. Η Κωνσταντίνα είχε ζωγραφίσει όλους τους συνδυασμούς τους.
«Έτσι ήταν κι Αντώνης μικρός» είπε ο κυρ Μιχάλης λες και συντονίστηκε με τις σκέψεις του, «έπιασε μια μέρα να ζωγραφίζει, γέμισε καμιά δεκαριά μπλοκ και το σταμάτησε το ίδιο ξαφνικά όσο το άρχισε. Θυμάμαι μάλιστα μια μέρα που…» συνέχισε και ξεκίνησε να αφηγείται ένα μικρό περιστατικό από εκείνη την ηλικία του Αντώνη.
Αλλά εκείνη την στιγμή ήρθε η κυρά Γιωργία, κρατώντας το δίσκο με το τσίπουρο, δύο ποτηράκια και κανά δυο πιάτα με τυριά και φέτες από σαλάμι.
«Μήπως να τον πάρουμε κανά τηλέφωνο; Τι θα φάει απόψε;» ρώτησε τον άντρα της πριν να τα ακουμπήσει στο τραπέζι.
«Και τι θα του πεις; Θα του πάρεις παραγγελία; Άσε βρε γυναίκα τον άνθρωπο λίγο σε ησυχία, δέκα τηλέφωνα τον έχεις πάρει σήμερα...» απάντησε ο κυρ Μιχάλης, πάντα χαμογελαστός. Παραμέρισε μερικές ζωγραφιές ώστε να μείνει λίγο άδειος χώρος για τα σερβίτσια και η κυρά Γιωργία άφησε τα τσίπουρα και τους μεζέδες στο τραπέζι. Μετά, επέστρεψε τον δίσκο στην θέση του και κάθισε ξανά στο σκαμπό της αμίλητη. Χάιδεψε μόνο το κεφάλι της Κωνσταντίνας που είχε ξανακάτσει στην καρέκλα της, και μετά έμεινε ακίνητη και σκεπτική.
«Κατάλαβες Νικόλα τι τραβάω;» είπε ο συνταξιούχος δάσκαλος όσο γέμιζε τα ποτήρια τους με τσίπουρο, «όλη μέρα για τον Αντώνη μιλάει, και τι θα φάει, και τι θα πιει, και που θα πάει, και κάθε τρεις και λίγο τον παίρνει τηλέφωνο, λες και το παιδί δεν έχει άλλες δουλειές να κάνει... Άντε, εβίβα...»
«Εις υγείαν...» είπε ο Νίκος και τσούγκρισε το ποτήρι του με του δάσκαλου. «Στην υγειά σας κυρά Γιωργία...» ευχήθηκε και σήκωσε το ποτήρι του και στην κυρά Γιωργία. Ήπιε μια γουλιά, κι επειδή είχε διαισθανθεί μια στιγμή αμηχανίας στην κουζίνα, θέλησε να βρει ένα θέμα να αποπροσανατολίσει την συζήτηση και να την στρέψει αλλού.
«Ωραίο τσίπουρο αυτό κύριε Μιχάλη... Έτοιμο το αγοράζετε ή το φτιάχνει κανάς δικός σας;»
«Ένας γνωστός του Αντώνη το φτιάχνει, πρώτο δεν είναι; Με το που το είχε δοκιμάσει ο Αντώνης το κανόνισε κατευθείαν, ξέρει καλά από τσίπουρο. Άσε που τα κατάφερε και το αγοράζουμε πάμφθηνα... Έχει καλό γούστο ο Αντώνης, που να δοκιμάσεις και το κρασί που έχει αγοράσει. Που πάει και τα ανακαλύπτει...»
«Είναι δαιμόνιος ο Αντώνης κύριε Μιχάλη. Και μένα μια φορά που είχα πάθει μια σοβαρή ζημιά στο αυτοκίνητο, πώς μου τα κανόνισε με τους γνωστούς του και το έφτιαξα σχεδόν τσάμπα, σε σχέση δηλαδή με τα όσα θα πλήρωνα στην αντιπροσωπεία...»
Ο κυρ Μιχάλης κατέβασε το ποτηράκι του μονομιάς και το ξαναγέμισε. «Έχεις δει πώς μοιάζει στον παππού του;» ρώτησε τον Νίκο και γύρισε προς τον τοίχο πίσω του. Ήταν γεμάτος από ασπρόμαυρες φωτογραφίες των προγόνων τους, ένα ολόκληρο γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας τους – αν και πρέπει να έλειπαν αρκετές σήμερα, φαινόντουσαν λιγότερες.
Του έδειξε μια φωτογραφία με τον Αντώνη να φοράει φουστανέλες και να ποζάρει με καμάρι στον φακό. Η μόνη διαφορά ήταν το τεράστιο τσιγκελωτό μουστάκι κάτω από την μύτη του. Ήταν ο παππούς του.
Ο Νίκος την είχε ξαναδεί την φωτογραφία πολλές φορές, όπως και όλες τις υπόλοιπες του τοίχου, και θυμήθηκε ένα απόγευμα που την είχε τραβήξει αντίγραφο στην ψηφιακή του μηχανή για να κάνει πλάκα σε μια κοπέλα που τότε έβγαινε με τον Αντώνη. Παραδόξως όμως, σήμερα όλες οι φωτογραφίες που είχαν απομείνει στον τοίχο έμοιαζαν με τον Αντώνη. Και για να κρύψει ένα αυθόρμητο χαμόγελο μόλις τον αναγνώρισε σε μια φωτογραφία της γιαγιάς του, βιάστηκε να αλλάξει θέμα ξανά:
«Μακάρι να είχα κι εγώ τέτοιες φωτογραφίες των προγόνων μου. Αλλά δεν έχω ούτε μία, κανένας βλέπετε στην οικογένεια μου δεν σκέφτηκε να αφήσει τέτοια κληρονομιά. Πολύ θα ήθελα να είχα ένα τέτοιο τοίχο κι εγώ...»
«Εσύ» είπε ο κυρ Μιχάλης, «θα βάλεις την φωτογραφία σου σε αυτόν τον τοίχο, τον δικό μας. Δίπλα από την φωτογραφία του Αντώνη». Και ξαναγέμισε το ποτήρι του. «Θα πεις στον Αντώνη να σε βγάλει μια φωτογραφία, που το έχει και χόμπι. Έχεις δει την φωτογραφική που έχει αγοράσει; Ένα σωρό λεφτά είχε δώσει...»
«Πώς δεν την έχω δει» απάντησε ο Νίκος, «την είχαμε πάρει μαζί όταν είχαμε πάει διακοπές στην Ιταλία. Του αρέσει πολύ να φωτογραφίζει. Και σεμινάρια είχε κάνει, και στο Internet έχει ανεβάσει φωτογραφίες του... Ασχολείται πολύ...»
«Θα του πεις να βγάλετε μια φωτογραφία μαζί, μόλις πας στην Κύπρο για να τον δεις. Αυτή θα βάλουμε στον τοίχο».
«Εντάξει κύριε Μιχάλη...»
Η Κωνσταντίνα, που ζωγράφιζε ακάθεκτη, σήκωσε το μολύβι της για να αφήσει μια σκέψη του γέρο δασκάλου να τρυπώσει στην θάλασσα της. Μετά, τους κοίταξε κρατώντας την ματιά της λίγο περισσότερο πάνω τους – τώρα που ο Νίκος δεν την κοίταζε –, και αφού πέρασαν έτσι μερικές στιγμές, επέστρεψε στην ακουαρέλα της. Μόνο που τώρα το χέρι της κουνιόταν κάπως αφηρημένα πάνω στο χαρτί, πέρα δώθε αργά, και χωρίς προσήλωση.
«Το πρωτάθλημα πώς το βλέπετε φέτος κύριε Μιχάλη; Θα το πάρουμε ή θα το χάσουμε πάλι;» ρώτησε ο Νίκος που αποφάσισε να αλλάξει θέμα άλλη μια φορά.
«Ίδια ομάδα με τον Αντώνη δεν είσαι; Δεν σας βλέπω ούτε και φέτος...»
«Τα πάμε κάπως καλύτερα αυτή τη φορά...»
«Κάθε φορά τα ίδια λέτε» συνέχισε ο κυρ Μιχάλης χαμογελώντας, «και κάθε φορά βλέπω τον Αντώνη να επιστρέφει από το γήπεδο με κατεβασμένα μούτρα! Αλλάξτε ομάδα αν θέλετε να χαρείτε, γιατί δεν σας βλέπω αλλιώς!»
Ο Νίκος γέλασε και υπεραμύνθηκε της ομάδας του.
«Είχε πάρει εισιτήριο διαρκείας ο Αντώνης φέτος, τι το έκανε τώρα που δεν το χρειάζεται;» τον ρώτησε ο κυρ Μιχάλης.
«Το έδωσε σε ένα συνάδελφο».
«Του το πούλησε;»
«Όχι, έτσι του το έδωσε, είναι φίλοι....»
«Μάλιστα... Αυτός είναι ο Αντώνης...»
Ήπιαν μερικά τσίπουρα ακόμα, τσιμπολογώντας τα μεζεδάκια που τους είχε ετοιμάσει η κυρά Γιωργία, και η συζήτηση συνεχίστηκε στο ίδιο επαναλήψιμο μοτίβο. Ο Νίκος διάλεγε ποικίλα θέματα, μακριά από το κυρίως θέμα της οικογένειας Αργυρίου, και ο κυρ Μιχάλης κατέληγε να μιλά για τον Αντώνη, ώσπου κάποια στιγμή τα μάτια του άρχισαν να βαραίνουν από το ποτό. Η κυρά Γιωργία παρέμενε σιωπηλή, η Κωνσταντίνα σκυμμένη στις ζωγραφιές της, και ο Νίκος είχε αρχίσει να ξεμένει από θεματολογία. Η σιωπή γινόταν όλο και πιο συχνή, και κάποιες φορές φαινόταν ενοχλητική.
Σαν για να συνέλθει από την υπνηλία του τσίπουρου, ο κυρ Μιχάλης αποφάσισε να ανοίξει την τηλεόραση. Ο Νίκος το θεώρησε καλή ιδέα που τον είδε να ψάχνει το τηλεκοντρόλ γιατί πίστευε πως θα βοηθούσε ένα σταθερό φωνητικό αλλαλούμ στην κουζίνα από την τηλεόραση. Αλλά ο κυρ Μιχάλης, κοιτάζοντας τριγύρω με μάτια θολά, έβγαλε ένα ξέπνοο:
«Που χάθηκε το αναθεματισμένο το τηλεκοντρόλ...»
και τον πήρε ο ύπνος στην καρέκλα. Το κεφάλι του έγειρε ελαφρά κι από το στόμα του βγήκε ένα ελαφρύ ροχαλητό. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε ρυθμικά ενώ το ένα του χέρι είχε παραμείνει στο τραπέζι να κρατά το ποτήρι.
Η κυρά Γιωργία αντάλλαξε ένα χαμόγελο συναινετικής κατανόησης με τον Νίκο και σηκώθηκε από το σκαμπό της. Πήγε από την μεριά του συζύγου της, απομάκρυνε το ποτήρι από την παλάμη του κι έκανε ένα νόημα στην Κωνσταντίνα να μην μιλήσει, φέρνοντας το δάκτυλο της στο στόμα.
Ο Νίκος σηκώθηκε κι αυτός, ήταν πια ώρα να φύγει. Χαιρέτησε την Κωνσταντίνα κουνώντας επιδεικτικά το χέρι του, - που μόλις τον είδε να την κοιτάζει έκρυψε τα μάτια της κάτω από το πάτωμα – και βγήκε ελαφροπατώντας στο χολ. Η κυρά Γιωργία τον συνόδεψε, σιγά σιγά κι αυτή, πήρε την ζακέτα του από την καρέκλα που την είχε ακουμπήσει προηγουμένως και τον βοήθησε να την φορέσει.
«Καληνύχτα κυρά Γιωργία, και μην ανησυχείτε καθόλου...» είπε αυτός χαμηλόφωνα.
Μα πριν προλάβει να ανοίξει την πόρτα για να φύγει, ένας μικρός θόρυβος τους έκανε και τους δύο να γυρίσουν προς την πόρτα της κουζίνας, όπου η Κωνσταντίνα είχε σταθεί όρθια κάτω από την κάσα, με το κεφάλι πάντα χαμηλά. Μάλιστα, όταν στράφηκαν προς το μέρος της, η Κωνσταντίνα έκανε ένα βήμα πίσω με εμφανή την διάθεση να κρυφτεί, αλλά μετά ξαναγύρισε μπροστά. Mασούλησε το νύχι της χωρίς να μιλάει, κι επειδή δεν τολμούσε να προχωρήσει άλλο, φώναξε τελικά την κυρά Γιωργία να πάει κοντά της.
Ο Νίκος είδε την κυρά Γιωργία να την πλησιάζει και μόλις την έφτασε, η Κωνσταντίνα ανασηκώθηκε στα δάκτυλα του ποδιού της και κάτι της είπε, ως συνήθως στο αυτί. Τότε πρόσεξε και πως στο ένα της χέρι κρατούσε όλες τις ζωγραφιές της, που τις είχε μαζέψει από το τραπέζι βιαστικά σε ένα πάκο. Και μόλις είπε ότι είχε να πει στο αυτί της κυρά Γιωργίας, της έδωσε τις ζωγραφιές κι εξαφανίστηκε τρεχάλα – αλλά αθόρυβα – πίσω στην κουζίνα.
Η κυρά Γιωργία χαμογελούσε συγκινημένη καθώς πήγαινε στον Νίκο.
«Αχ, η αγάπη μου... Άκουσε πως θα πας στην Κύπρο για φωτογραφία με τον Αντώνη και θέλει να του πας τις ζωγραφιές της!» είπε.
Ο Νίκος την κοίταξε αμήχανα.
«Ξέρεις τι έχει ζωγραφίσει;» συνέχισε η κυρά Γιωργία. «Την Πηνελόπη, τον Τηλέμαχο και τον σκύλο του Οδυσσέα... που τον περιμένουν να γυρίσει...»
Ο Νίκος συγκατάνευσε, δεν ήξερε τι να πει αυτή τη φορά, πήρε όμως τις ζωγραφιές προσεκτικά, σαν να ήταν εύθραυστες, και συμφώνησαν να τις κρατήσει αυτός για λίγο, ώστε να νομίσει η Κωνσταντίνα πως θα του της πήγαινε ο ίδιος. Θα του της έστελνε όμως με το ταχυδρομείο, το συντομότερο δυνατόν, γιατί δεν σκόπευε να πάει άμεσα στην Κύπρο.
Καληνύχτισε την κυρά Γιωργία, που τον αποχαιρέτησε με ένα φιλί σε κάθε μάγουλο και με σταυροκοπήματα, άνοιξε την πόρτα με το κλειδί που ήταν πάνω στην κλειδαριά – έλειπε το πόμολο - και βγήκε έξω. Η πόρτα έκλεισε απαλά πίσω του, σαν να την έσπρωξε η ανάσα του κοιμισμένου κυρ Μιχάλη.
Έξω είχε νυχτώσει ήδη και τίποτα δεν είχε αλλάξει από την ώρα που μπήκε στο σπίτι, εκτός από το φως που είχε φύγει πια. Τα δέντρα τριγύρω είχαν παραμείνει στις ίδιες παράξενες στάσεις, ενώ αναγκάστηκε να παραμερίσει την ευωδιά από ένα νυχτολούλουδο για να μπορέσει να κατέβει από το κατώφλι.
Εκεί στάθηκε για λίγο, γιατί θυμήθηκε ένα παρόμοιο βράδυ που καθόντουσαν στην βεράντα, αυτός, ο Αντώνης, κι ένας τρίτος φίλος που είχε μια υπερβολική φοβία για όλα τα είδη του ζωικού βασιλείου. Τελειώνοντας εκείνη η συνάντηση, ο Αντώνης είχε συνοδέψει τον τρίτο φίλο στο αυτοκίνητο του, μερικά μόνο μέτρα πιο κάτω, ίσα για να τον ‘προστατέψει’ από έντομα και σαύρες της νύκτας. Είχε επιστρέψει με ένα πλατύ χαμόγελο και λέγοντας αφοπλιστικά: «Τον καταλαβαίνω. Τέτοια ώρα, το χωριό θα πρέπει να του φαίνεται σαν το Τζουράσικ Παρκ».
Το ίδιο πλατύ χαμόγελο ήρθε και κόλλησε τώρα στο πρόσωπο του Νίκου, όπως τότε, και με αυτή την αστεία ανάμνηση προχώρησε στο δικό του αυτοκίνητο, περνώντας από εκείνο το σοκάκι ανάμεσα στους φρεσκοβαμμένους τοίχους και συλλογιζόμενος πως ίσως δεν θα ήταν άσχημη ιδέα να πάει νωρίτερα απ’ ότι είχε προγραμματίσει στην Κύπρο.
Μπήκε στο αυτοκίνητο του που είχε παρκάρει ανάμεσα στο αγροτικό και το τρακτέρ, έβαλε μπρος ρίχνοντας μια τελευταία ματιά από τα παράθυρα, βγήκε με όπισθεν από το ξέφωτο και κίνησε για το σπίτι του οδηγώντας αργά.
Και μιας και πρόσεξε πως ξαφνικά έλειπε το πλήκτρο που άνοιγε το ραδιόφωνο, έπιασε να τραγουδάει μόνος του καθώς κατέβαινε τον δρόμο του χωριού, με σιγανή αλλά σταθερή φωνή: «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα...» και άλλα, παρόμοια τραγούδια.