Παίρνοντας το λεωφορείο

Δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα έκανα τέτοιο πράγμα αλλά η τελευταία του προσβολή με έφτασε στα όρια. Είχα κάνει τόσα χιλιόμετρα για να συζητήσουμε το θέμα και αυτός μου έριχνε την μία προσβολή μετά την άλλη. Δεν άντεξα, θόλωσα, πήρα την μασιά και τον χτύπησα στο κεφάλι.
Τον άφησα αιμόφυρτο στο πάτωμα και έτρεξα να αδειάσω το στομάχι μου που το έπιασαν σπασμοί. Έτρεμα ολόκληρος γιατί δεν ήμουν δολοφόνος, τουλάχιστον όχι μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ούτε και τώρα ήμουν, θα έπαιρνε κάποια ώρα του γέρου μέχρι να τα τινάξει τελείως. Αλλά τον είχα χτυπήσει τόσο άσχημα που δεν είχα καμία αμφιβολία πως ήταν θέμα χρόνου.


Δεν είχα κουράγιο να τον αποτελειώσω. Πήρα τα λεφτά που έκρυβε καταχωνιασμένα στο στρώμα –μου χρωστούσε ο μπάσταρδος- και βγήκα από το σπίτι τρέχοντας. Ήταν ευτύχημα που είχε δέσει τα σκυλιά λόγω της επίσκεψης μου. Όπως και το ότι δεν με είχε δει κανένας να έρχομαι. Και ποιος να με δει εδώ που είχε χτίσει το σπίτι; Λες και είχε ξεμείνει στο βουνό ήταν. Του είχε δώσει και όνομα, ‘Αποσπερίτη’ το ανέβαζε, ‘Αποσπερίτη’ το κατέβαζε. Ε, βέβαια, οι δικοί του ούτε που ήθελαν να τον δουν, έπρεπε να βαπτίσει κάτι άλλο για να έχει παρέα.
Αλλά έτσι που είχα αντιδράσει παρορμητικά, ήμουν τυχερός που δεν με είχε πάρει κανά μάτι. Θα τα κατάφερνα, αρκεί το σαραβαλάκι μου να μη με άφηνε στο χωματόδρομο. Το φοβόμουν αυτό γιατί ήταν είκοσι χρονών αυτοκίνητο και ο δρόμος μέχρι τον κεντρικό ήταν σαν τα νεύρα του γέρου, στριφνός και ανάποδος. Οι πιθανότητες πάντως να με δουν κατεβαίνοντας το βουνό ήταν λίγες, δεν υπήρχαν σπίτια ενδιάμεσα, ούτε και ανέβαινε κανείς σε αυτόν τον κατσικόδρομο.
Η αδρεναλίνη μου είχε εκραγεί αλλά έφτασα στον κεντρικό χωρίς κανένα αναπάντεχο. Κατέβασα το αυτοκίνητο στην άσφαλτο και κίνησα προς την πόλη. Έσφιγγα παράδοξα το τιμόνι και δυσκολευόμουν να κρατήσω σταθερό το γκάζι. Δεν είναι εύκολο να σκοτώνεις κάποιον, ακόμα και όταν δεν έχεις τύψεις. Πρωτάρης ήμουν. Τράβηξα τον λαιμό της μπλούζας γιατί ήμουν μούσκεμα στον ιδρώτα και ένιωθα ναυτία. Έτρεμα ακόμα. Αισθανόμουν και ένα πόνο στο σαγόνι, αν και δεν θυμόμουν πότε το χτύπησα.
Ήθελα να πάω στο σπίτι και να χωθώ στις κουβέρτες αλλά σουρούπωνε, και στα χάλια που ήμουν ήταν επικίνδυνο να οδηγώ. Μόλις απομακρύνθηκα αρκετά, έστριψα σε έναν παράδρομο και σταμάτησα το αυτοκίνητο σε μια αλέα.
Ανασήκωσα το κεφάλι και πήρα μερικές βαθιές εισπνοές. Ένιωθα ταχυπαλμία. Καταλάβαινα πως αυτές οι ώρες θα ήταν μεγάλη δοκιμασία, δεν μπορείς από την μια στιγμή στην άλλη να κάνεις φόνο και να είναι όλα καλά. Απόδειξη πως εκείνη τη στιγμή ήμουν ένα κουβάρι φόβου. Σχεδόν ένιωθα το αίμα που κυλούσε με ταχύτητα στις φλέβες μου.
Έκανα μισό πακέτο τσιγάρα απανωτά αλλά δεν κατάφεραν να με ηρεμήσουν. Θα ήθελα και κάτι να πιω, θα βοηθούσε, αλλά δεν είχα σταγόνα. Αισθανόμουν τόσο χάλια που φοβόμουν ότι θα λιποθυμήσω. Ευχήθηκα να είχα ένα ηρεμιστικό.
Θα ήταν πάντως δύσκολο να με συνδέσουν μαζί του. Είχα έρθει από του διαόλου την μάνα και κανένας δεν ήξερε ότι θα τον επισκεπτόμουν. Κι εκείνος, έτσι που τα είχε καταφέρει, δεν είχε κανέναν δικό του άνθρωπο για να ενημερώσει. Κατά πάσα πιθανότητα θα την έβγαζα καθαρή.
Έξω είχε σκοτεινιάσει για τα καλά.
Τελείωσα ένα ακόμα τσιγάρο, αισθανόμουν κάπως καλύτερα, και γύρισα την μίζα. Το αυτοκίνητο αρνήθηκε να πάρει μπροστά. Προσπάθησα μερικές φορές ακόμα και κατέληξα να βαράω το τιμόνι του. Το τελευταίο πράγμα που ήθελα ήταν να ξεμείνω εδώ πέρα. Όμως δεν υπάκουε με τίποτα, το είχαν πιάσει οι ανάποδες του. Του έριξα μερικές ακόμα βλαστημώντας.
Κάθισα να σκεφτώ και δεν είχα πολλές επιλογές. Ήμουν πολύ μακριά από την πόλη και ούτε μπορούσα να αφήσω το αυτοκίνητο εδώ. Έπρεπε να καλέσω οδική βοήθεια. Πήγα να βγάλω το κινητό μου και τότε με έπιασε τρόμος. Έψαξα –ξεψάχνισα- όλες τις τσέπες μου αλλά δεν το βρήκα πουθενά. Ούτε στο αυτοκίνητο υπήρχε. Δεν υπήρχε άλλη εξήγηση, πρέπει να μου είχε πέσει στο σπίτι του γέρου την ώρα που έκανα εμετό.
Η αγωνία μου έγινε ένα τέρας. Το πουκάμισο κολλούσε πάνω μου καθώς άρχισα να ιδρώνω ακόμα περισσότερο. Χτύπησα δυο φορές το τιμόνι με το κεφάλι μου για την βλακεία μου και άρχισα να βρίζω μέσα στο αυτοκίνητο. Αν το έβρισκε η αστυνομία ήμουν τελειωμένος. Τι άλλη απόδειξη θα χρειαζόντουσαν για να καταλάβουν ότι ήμουν εκεί;
Βγήκα έξω τρελαμένος. Έκανα μερικές στροφές μην ξέροντας τι να κάνω, και κατέληξα με τα χέρια στην οροφή του αυτοκινήτου να κρύβω το πρόσωπο μου. Το σαγόνι μου με είχε πεθάνει από τον πόνο αλλά ούτε που του έδινα σημασία. Ήμουν έτοιμος να τρέξω με τα πόδια πίσω, στον Αποσπερίτη. Και το έκανα, αφού βεβαιώθηκα πως το σαράβαλο μου ήταν καλά κρυμμένο στις σκιές των δέντρων –ευτυχώς δεν είχε φεγγάρι. Κατέβηκα τον παράδρομο παραπαίοντας, τόσο με είχε τρελάνει η αγωνία.
Το σκοτάδι και η ερημιά ήταν απελπιστικά αλλά ευτυχώς δεν με εγκατέλειψε τελείως η τύχη. Είδα ένα μικρό και παλιό λεωφορείο να σταματά στον κεντρικό δρόμο, προς την κατεύθυνση που ήθελα. Ήμουν ακόμα στον παράδρομο και άρχισα να τρέχω, φωνάζοντας του να μη φύγει και κουνώντας τo χέρι. Θα μείωνα πολύ την απόσταση αν το προλάβαινα.
Το λεωφορείο έμεινε στην θέση του και με περίμενε με ανοικτή την πόρτα. Μπήκα μέσα ασθμαίνοντας, και αφού έδωσα ένα νόμισμα στον οδηγό για να μου δώσει εισιτήριο έκατσα στην πρώτη θέση αποκαμωμένος. Το στήθος μου ήταν βαρύ σαν να το είχε πατήσει ελέφαντας. Το κεφάλι μου έπεσε πίσω και προσπαθούσα να πάρω ανάσα. Άκουγα τα αυτιά μου να τυμπανίζουν στους παλμούς της καρδιάς. Ούτε ο θόρυβος του οχήματος που ξεκινούσε δεν κάλυπτε τον ήχο τους.
Κατέβαλα προσπάθεια και ανασήκωσα το κεφάλι κοιτώντας τον δρόμο. Έπρεπε να δω που ήταν ο χωματόδρομος και να σταματήσω το λεωφορείο την σωστή στιγμή. Μετά θα πήγαινα με τα πόδια. Τον είδα λίγο παρακάτω και είπα στον οδηγό να σταματήσει στην επόμενη στάση. Εκείνος δεν μίλησε, και προς μεγάλη μου έκπληξη έστριψε και μπήκε στον χωματόδρομο που οδηγούσε στο βουνό. Κανένα λεωφορείο δεν πήγαινε σε τέτοιους δρόμους.
«Πού πας;» τον ρώτησα.
«Στον Αποσπερίτη».
«Γιατί;»
«Μόλις πέθανε αυτός που χτύπησες».
Τινάχτηκα. Σηκώθηκα όρθιος και κρατήθηκα από την κάθετη μπάρα, σκύβοντας προς το μέρος του. «Τι εννοείς;»
Ούτε καν με κοίταξε. Προσπάθησα να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του αλλά ήταν βυθισμένος στο σκοτάδι. Εκείνος έδειξε τη θέση μου με το δάκτυλο σαν να μου έλεγε να ξανακαθίσω. Δεν το έκανα.
«Ποιος είσαι;» ψέλλισα.
Γύρισε προς το μέρος μου και είδα ένα απόκοσμο πρόσωπο. Πισωπάτησα έντρομος, δεν ήταν ένα ανθρώπινο πρόσωπο.
«Ο ψυχοπομπός» μου απάντησε. «Μαζεύω τις ψυχές».
«Δεν είναι δυνατόν!» φώναξα. «Σταμάτα τις ανοησίες!»
Δεν πήρα απάντηση και γύρισα προς το εσωτερικό του λεωφορείου. Μέσα στο λιγοστό φως είδα τα πρόσωπα των επιβατών. Ήταν κενά πρόσωπα. Πρόσωπα νεκρών. Ξαναστράφηκα προς τον οδηγό. «Δεν είναι δυνατόν!» φώναξα. «Δεν συμβαίνει αυτό!»
Καμία απάντηση.
«Σταμάτα!» είπα και έψαξα να βρω το κουμπί που ανοίγει την πόρτα. Το βρήκα και το πάτησα. Τίποτα δεν έγινε.
«Δεν μπορείς να κατέβεις» μου είπε. «Η καρδιά σου σταμάτησε να λειτουργεί στο αυτοκίνητο σου, στην αλέα».
Δεν το δέχτηκα. Όρμισα στην πόρτα κάθιδρος και με τους παλμούς της καρδιάς μου να σφυροκοπούν ανελέητα στα αυτιά μου. Προσπάθησα να την ανοίξω με όση δύναμη είχα, αλλά δεν κουνιόταν καθόλου. Την χτύπησα, μετά επιτέθηκα στον οδηγό, αλλά άσκοπα, δεν μπορούσα να αγγίξω τίποτα. Πισωπάτησα και έπεσα στο κάθισμα μου ζαλισμένος, βασανισμένος από τα συμπτώματα της ανακοπής που είχα πάθει στο αυτοκίνητο μου. Κατάλαβα πως θα τα κουβαλούσα μαζί μου στην αιωνιότητα, όπως τα ένιωθα τη στιγμή που πέθαινα.
Δάγκωσα απελπισμένος την γροθιά μου για να κρατηθώ αλλά δεν ένιωσα κανένα πόνο. Έτσι δεν είχα τίποτα που να μπορέσει να συγκρατήσει το ουρλιαχτό μου.



2 σχόλια:

ΕΛΕΝΗ είπε...

Πολύ καλό και ανατρεπτικό!

Νικος Κρητικου είπε...

χαίρομαι που σου άρεσε :)