Σιδερένια πόρτα

Μια ακαθόριστη ώρα, μέσα σε μια συσσωρευόμενη ομίχλη που το ύψος της το ξεπερνούσε μόνο η κορυφή ενός μακρινού καμπαναριού, στεκόντουσαν οι δυο τους μπροστά από μια σιδερένια πόρτα. Ο καγκελωτός φράχτης γύρω της έσβηνε δεξιά κι αριστερά μες στην ασάφεια.
Στην αρχή δεν έκαναν πολλά, παρά την αγωνία τους. Την περιεργάστηκαν και είδαν πως δεν είχε κάποιο χερούλι ή κλειδαριά, ούτε κάποιο εμφανή τρόπο να την παραβιάσουν. Ήταν βαριά και στιβαρή, και κάπως υγρή στο άγγιγμα.
Την δοκίμασαν ελαφρά μα δεν τραντάχτηκε στο παραμικρό.
Ήταν η καμπάνα που ακούστηκε στο βάθος και που έδειξε πως σαφώς είχαν αργήσει, και τους έκανε να βιάσουν τις κινήσεις τους ταραγμένοι. Χτύπησαν την πόρτα με την γροθιά τους και μετά πιο επίμονα, αλλά αυτή παρέμενε κλειστή.
Καθώς φαινόταν πως η ομίχλη πίσω τους έσφιγγε και τους πλησίαζε, έπεσαν και οι δύο μαζί με τους ώμους πάνω στην σιδερένια πόρτα, μετά με όλο το σώμα και στο τέλος, πάνω στην απελπισία τους, με το κεφάλι.
Την χτυπούσαν αγνοώντας ο ένας την παρουσία του άλλου, αφού ήταν από τις αντίθετες πλευρές της πόρτας, μέχρι που, καθώς ο ένας προσπαθούσε να βγει και ο άλλος να μπει, η ομίχλη τους σκέπασε τελείως.

1 σχόλιο:

EVITA KAFE είπε...

ΚΑΛΗΣΠΈΡΑ! ΠΟΛΎ ΠΡΟΣΕΓΜΕΝΟ ΚΑΙ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΣΑΣ!
ΓΡΑΦΕΤΕ ΟΜΟΡΦΑ...

ΕΥΗ ΚΑΦΟΥΡΟΥ