Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ανιχνευτής ψεύδους

«Ναι, ναι, μπες».
Η πόρτα του γραφείου άνοιξε και μπήκε μέσα ο αρχισυντάκτης ειδήσεων. Δεν χρειάστηκε να κοιτάξει τριγύρω για να βρει που καθόταν ο Γιώργος Γιατεντέρης. Ήταν στην γωνία που χρησιμοποιούσε σαν καμαρίνι, με τον καθρέπτη και τα υπόλοιπα σύνεργα. Ήταν από τις απαιτήσεις του για να συνεργαστεί με το κανάλι και να παρουσιάσει το κεντρικό δελτίο ειδήσεων των εννιά: ένα πελώριο γραφείο –σαν πρώτη φίρμα δημοσιογράφος που ήταν- και ένα καμαρίνι μέσα σε αυτό -σαν καλός σταρ που ήταν. Τώρα καθόταν μπροστά από τον καθρέπτη και δεχόταν τις περιποιήσεις της αισθητικού που του φρόντιζε τις φαβορίτες. Φορούσε μια κόκκινη ποδιά γύρω από το λαιμό, που του κάλυπτε όλο το σώμα για να μην πέσουν οι κομμένες τρίχες στα ρούχα του.
«Κάνε ένα τάιμ άουτ» είπε ο αρχισυντάκτης. «Έχουμε σοβαρά θέματα απόψε. Θέλω την προσοχή σου».

Τα κόκαλα του Κολοκοτρώνη

Ήμουν ένας επαγγελματίας ηχομονωτής και δεν φημιζόμουν για το παρελθόν μου. Όταν κάποιος χρειαζόταν αθόρυβες κλοπές χωρίς να ξεσηκώσει τη γειτονιά –και μαζί και το αστυνομικό τμήμα- ήμουν ο άνθρωπος τους. Τελευταία καλή δουλειά ήταν εκείνο το ριφιφί, ακόμα το θυμάμαι. Μα το Θεό, είχαμε φτάσει στο κοσμηματοπωλείο χωρίς να ακουστεί ούτε ένα ‘τικ’ από τα φτυάρια και τις αξίνες. Μας πιάσανε βέβαια από τις κάμερες όταν σκάσαμε μύτη στο κατάστημα, αλλά εγώ με την ηχομόνωση ασχολιόμουν, τα βίντεο ήταν πράγματα του διαβόλου.
Αλλά αυτά ήταν παρελθόν. Την είχα βγάλει σχετικά καθαρή με λίγα χρονάκια στην στενή και είχα βάλει μυαλό. Τώρα είχα το μαγαζάκι μου με τις καλύτερες ηχομονώσεις του πλανήτη, και όχι αηδίες. Κι αν δεν είχα τρομερή επιτυχία σαν τίμιος επαγγελματίας ήταν γιατί το πελατολόγιο μου περιοριζόταν σε όσους τους ενδιέφερε η καλή ηχομόνωση και όχι τα χρονάκια του μάστορα στον Κορυδαλλό.

Νεοφερμένος σκύλος

Παρά το αμοιβαίο μίσος είχαμε να ανταλλάξουμε λόγια από τότε, και δεν είχε ξαναενοχλήσει ο ένας τον άλλον, χρόνια τώρα. Δεν μιλιόμασταν, δεν κοιταζόμασταν, ντύσαμε και την μάντρα που χώριζε τα σπίτια μας με συρματόπλεγμα να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Με περιφρόνηση στρέφαμε τα μάτια από την άλλη μεριά κάθε φορά που τύχαινε να συναντηθούμε.
Έτσι και σήμερα, μόλις τον πρόσεξα που πλησίαζε προς το σπίτι μου κάνοντας τον συνηθισμένο του περίπατο στον δρόμο της γειτονιάς, γύρισα το κεφάλι μου προς τις ακαθαρσίες της αυλής.
Είχα απορήσει όμως λίγο, γιατί κρατούσε από μια αλυσίδα ένα μικροκαμωμένο σκυλάκι που πρέπει να είχε μόλις αγοράσει, καθώς το έβλεπα για πρώτη φορά. Είχε πλούσιο κατσαρό μαλλί που του ‘κρυβε τα μάτια και μια λαχανιασμένη γλώσσα, πιο μακριά από το ίδιο, που κρεμόταν ευτυχισμένη στο πλάι από την βόλτα σε αυτόν τον καινούργιο κόσμο.
Την στιγμή που περνούσαν μπροστά από την εξώπορτα μου, καθώς το αφεντικό του είχε στρίψει τη μύτη προς τα πάνω λες και είχε ψύξη στο σβέρκο κι εγώ κοιτούσα τις λάσπες σαν να είχαν περισσότερη αξία απ’ αυτόν, κάναμε υπομονή μέχρι να ξεσταυρωθούν οι δρόμοι μας.
Την ίδια στιγμή, ο μικρόσωμος σκύλος, που πρώτη φορά βολτάριζε σ’ αυτή την άθλια γειτονιά, ξεκίνησε να με γαυγίζει λυσσασμένα.

Διασταυρώσεις

Το αστικό έκλεισε τις πόρτες και έφυγε από την στάση. Αυτός καθόταν κάπου στις μεσαίες σειρές.
Απέναντι του, ένας νεαρός μαθητής με σκουλαρίκι στα χείλια, με μαλλιά ριγμένα επιμελώς άτακτα μπροστά και μια τούφα στο πίσω μέρος του κεφαλιού σηκωμένη όρθια. Τραβούσε φωτογραφίες τον εαυτό του ποζάροντας στο κινητό του και συζητούσε με τον φίλο του για τις κοπέλες τους.
Ο φίλος του, που στριφογύριζε με το δάκτυλο μια τούφα μαλλιά λίγο πάνω από την φαβορίτα, είχε ένα ακουστικό στο αυτί συνδεδεμένο με το κινητό του, ένα συνδυασμό τηλεφώνου, παιχνιδομηχανής, φωτογραφικής μηχανής και mp3 player. Άκουγε στο τέρμα ένα τραγούδι όπου είχε διασταυρωθεί ένα παλιό γνωστό ροκ κομμάτι με μουσική χιπ χοπ.

Το παιδί με τα δύο ονόματα

Ο πιτσιρίκος βούτηξε στην θάλασσα και όταν η θερμοκρασία το σώματος του έγινε ένα με την δικιά της, αποφάσισε πως το διασκέδαζε και δεν ήθελε πια να βγει έξω. Τσαλαβουτούσε στα νερά, έπαιζε με τα γυαλιστερά βότσαλα και γέμιζε την παλάμη του με μαλακή άμμο, που την έσφιγγε στην γροθιά του και την κοιτούσε περίεργος να γλιστρά μέσα από τα δάχτυλα.
Ήταν τα χρόνια που θα μάθαινε πως η άμμος λεγόταν άμμος, οι στρογγυλεμένες πέτρες της θάλασσας βότσαλο και το κύμα κύμα. Ο ίδιος είχε πάντως δύο ονόματα: το ‘Κώστας’, που ήταν το όνομα τού ενός παππού, και το ‘Γιώργος’, το όνομα τού άλλου παππού. Οι γονείς του επέμεναν να τον βαπτίσουν ο καθένας με το όνομα τού δικού του πατέρα και επειδή κανείς δεν υποχωρούσε, αποφάσισαν τελικά να του δώσουν και τα δύο, κάτι διόλου ασυνήθιστο όπως είπαν.
Όταν η ώρα στην παραλία πέρασε και η οικογένεια έπρεπε να φύγει, ανασηκώθηκε ο πατέρας του και τον φώναξε:
«Κωστάκη, βγες από την θάλασσα, φεύγουμε».
Αμέσως ανασηκώθηκε και η μητέρα του, που παρατώντας βιαστικά το κλείσιμο ενός τάπερ τον φώναξε με την σειρά της:
«Έλα Γιωργάκι, βγες από την θάλασσα, φεύγουμε».

Στη δουλειά

Ημέρα 1η

«Καλημέρα...» είπε η Ζωή καθώς προχώρησε στον διάδρομο. Η λάμπα φθορίου πάνω από το γραφείο της τρεμόπαιξε στην προσπάθεια της να ανάψει. Ακουγόντουσαν κάποιοι νυσταλέοι και σποραδικοί χτύποι πληκτρολογίου.
«Καλημέρα κυρία Ζωή...» απάντησε η Μαρία που δεν πήρε τα μάτια της από τον υπολογιστή.
 «Καλώς την...» χαιρέτησε ο Νίκος, μπουκωμένος από το κρουασάν με σοκολάτα που έτρωγε.
«Μέρα...» χασμουρήθηκε ο Δημήτρης.
Άφησε τα πράγματα της στο γραφείο της, πήρε την κούπα της και πήγε στην κουζίνα για να φτιάξει καφαί.

Δεξιά ή αριστερά;

Μάζεψε τα πράγματα του και σηκώθηκε από το τραπέζι. Το ίδιο έκανε και ο φίλος του, αλλά πιο νωχελικά, και αφού πρώτα έριξε μια τελευταία ματιά στους περαστικούς έξω από την τζαμαρία.
 Στην αίθουσα, γεμάτη πλαστικά τραπεζάκια παραταγμένα σε σειρές, υπήρχαν δύο έξοδοι, η μία απέναντι στην άλλη.
«Από ποια πόρτα πάμε;» ρώτησε αυτός που σηκώθηκε πρώτος.
Ο φίλος του, εντελώς αδιάφορα και χωρίς να κοιτάξει τις πόρτες, δεν το σκέφτηκε καθόλου:
«Την αριστερή».
Ο πρώτος κοντοστάθηκε, κοίταξε εναλλάξ τις αντικριστές εξόδους, σκέφτηκε λίγο και μετά είπε:
«Γιατί από την αριστερή; Από την δεξιά να πάμε που είναι πιο κοντά!»
«Χωρίς λόγο. Απλά σε διευκόλυνα να αποφασίσεις».

Του έρωτα και του αντιέρωτα

Δεν άργησαν οι άνθρωποι να ερμηνεύσουν τον έρωτα. Όχι όμως με ποιητική διάθεση ούτε την διατύπωσαν σε ρομαντικά τετράστιχα με όμορφες και ομοιοκατάληκτες λέξεις. Ήταν μια ερμηνεία χωρίς την παραμικρή λογοτεχνική αξία. Η ανακάλυψη της ανακοινώθηκε σε περιοδικά του χώρου με μια άμμετρη επιστημονική γραφή, γεμάτη ευρήματα και ιατρικούς όρους, δίνοντας έτσι την οριστική απάντηση στην ερώτηση που κάθε άνθρωπος έχει αναρωτηθεί, τουλάχιστον μια φορά. 
Τι είναι ο έρωτας.

Πράσινη θάλασσα

Ήταν νωρίς το απόγευμα αλλά ο ήλιος είχε κατέβει περισσότερο από το συνηθισμένο. Πλησίαζε γρήγορα προς την δύση του, λες και όλο το χωριό είχε γύρει κι αυτός κυλούσε σαν μπάλα επάνω του. Άλλη κίνηση τριγύρω δεν φαινόταν γιατί υπήρχε μια καλοκαιρινή άπνοια στον οικισμό, παρόλο που ήταν τέλη άνοιξης ακόμα. Ο αέρας ήταν δροσερός αλλά παράξενα στάσιμος, τα δέντρα τριγύρω παγωμένα σε περίεργες στάσεις και μπορούσες να κατεβάσεις τις ακινητοποιημένες μυρωδιές των λουλουδιών και του θυμαριού από γύρω σου, όπως θα τις κατέβαζες κι από ένα ράφι με εμπορεύματα.
Εκτός από τον ήλιο, μόνο το ασημί αυτοκίνητο μαρτυρούσε την ροή του χρόνου, καθώς διέσχιζε αργά ένα μικρό χωμάτινο δρομάκι ανάμεσα σε στριμωγμένες αυλές και πεζούλια. Ο οδηγός του, ο Νίκος, ακούγοντας μια ανάλαφρη μουσική από το ραδιόφωνο, παρατηρούσε τα παλιά αλλά και τα νεόχτιστα σπίτια που τίποτα γραφικό δεν είχαν. Σε μερικές κεραμοσκεπές διακρίνονταν και δορυφορικά πιάτα, ωστόσο, τόσες φορές που είχε ανέβει σε αυτό το χωριό, γνώριζε καλά πως οι εκσυγχρονιστικές πινελιές είχαν απλά βάψει μια παραδοσιακή καρδιά που χτυπούσε ακόμα, έστω κι από έθιμο.