Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φαντασίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φαντασίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γαλάζια μάτια, σχεδόν γκρι

Το ήξερα πως παρακολουθούσε κάθε μου κίνηση κι έτσι έβαζα τα δυνατά μου. Δεν ήταν εδώ, με κοιτούσε από ψηλά σαν εξεταστής –σαν ανώτερο ον θα έλεγα-­ και το μόνο για το οποίο ήμουν βέβαιος ήταν πως τα μάτια της ήταν γαλάζια, σχεδόν γκρι όταν τα κοιτούσες για πρώτη φορά. Δεν ένιωθα καμία αμηχανία από την προσήλωση της. Ίσα ίσα, η προσοχή της μου έδινε μεγάλη δύναμη.
Έδωσα βάση στους υπόλοιπους, σε αυτούς που είχα μπροστά μου. Δύο κουστουμαρισμένα ρεμάλια, από το είδος που σιχαινόμουν περισσότερο. Στεκόντουσαν όρθιοι και έκρυβαν την πόρτα πίσω από τις ογκώδεις πλάτες τους. Δεν ήταν αμίλητοι ή με αγελαδίσιο βλέμμα, σαν αυτούς που καίνε τον εγκέφαλο για να δυναμώσουν τα μπράτσα. Ήταν τσογλάνια αυθάδικα, με υποτιμητική ματιά και υπεροπτικό χαμόγελο. Μιλούσαν σπιρτόζικα, και αν μιλούσες κι εσύ σε παίρναν στο ψιλό.

Τα κόκαλα του Κολοκοτρώνη

Ήμουν ένας επαγγελματίας ηχομονωτής και δεν φημιζόμουν για το παρελθόν μου. Όταν κάποιος χρειαζόταν αθόρυβες κλοπές χωρίς να ξεσηκώσει τη γειτονιά –και μαζί και το αστυνομικό τμήμα- ήμουν ο άνθρωπος τους. Τελευταία καλή δουλειά ήταν εκείνο το ριφιφί, ακόμα το θυμάμαι. Μα το Θεό, είχαμε φτάσει στο κοσμηματοπωλείο χωρίς να ακουστεί ούτε ένα ‘τικ’ από τα φτυάρια και τις αξίνες. Μας πιάσανε βέβαια από τις κάμερες όταν σκάσαμε μύτη στο κατάστημα, αλλά εγώ με την ηχομόνωση ασχολιόμουν, τα βίντεο ήταν πράγματα του διαβόλου.
Αλλά αυτά ήταν παρελθόν. Την είχα βγάλει σχετικά καθαρή με λίγα χρονάκια στην στενή και είχα βάλει μυαλό. Τώρα είχα το μαγαζάκι μου με τις καλύτερες ηχομονώσεις του πλανήτη, και όχι αηδίες. Κι αν δεν είχα τρομερή επιτυχία σαν τίμιος επαγγελματίας ήταν γιατί το πελατολόγιο μου περιοριζόταν σε όσους τους ενδιέφερε η καλή ηχομόνωση και όχι τα χρονάκια του μάστορα στον Κορυδαλλό.

Οι μαύροι κύκνοι

(Δεύτερο βραβείο καλύτερης νουβέλας στον ετήσιο διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών)

Εντάξει, δεν ήταν και η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, ήταν μόνο μια τοπική δανειστική. Αλλά αυτό δεν εμπόδιζε την βιβλιοφάγο καρδιά μου να σκιρτά με τον πιο βιβλιοφάγο τρόπο κάθε φορά που βρισκόμουν ανάμεσα στα βιβλία της. Συγκεντρωμένα ανά συγγραφέα και ανά χώρα, παραταγμένα σε δεκάδες ράφια, το πλήθος τους μου προκαλούσε ένα δέος που μόνο οι βιβλιοφάγοι μπορούν να νιώσουν.
Τον χειμώνα προτιμούσα τα πιο δύσκολα βιβλία, αυτά που προβληματίζουν ή η γραφή τους απαιτούσε συγκέντρωση και νοητική διαύγεια. Αν και κάποιες φορές ήταν δοκίμια, τις περισσότερες φορές ήταν μυθιστορήματα, κυρίως της κλασσικής λογοτεχνίας. Το βιβλίο πάντως που διάλεξα εκείνο το πρωινό, τέλη Αυγούστου, δεν άνηκε σε αυτήν την κατηγορία. Δεν σκόπευα να διαβάσω κάποιο κλασσικό μυθιστόρημα ή κάποιο βιβλίο που θα απαιτούσε την πλήρη μου αφοσίωση. Ήταν ακόμα καλοκαίρι, και το μόνο που επιδιώκω τους θερινούς μήνες από την λογοτεχνία είναι να με συνεπάρει σε έναν φανταστικό κόσμο χωρίς πολλά πολλά. Μια απλή και ανάλαφρη ψυχαγωγία, χωρίς μηνύματα ή βαθυστόχαστους συνειρμούς. Από αυτά τα βιβλία που όπως λέει ο Κούντερα ‘τα διαβάζεις ευχάριστα το πρωί και τα πετάς ευχάριστα το βράδυ’. Και που πολλές φορές αποδεικνύονται τόσο απολαυστικά όσο και το ‘βρώμικο’ που τρως στο γήπεδο.

Σιδερένια πόρτα

Μια ακαθόριστη ώρα, μέσα σε μια συσσωρευόμενη ομίχλη που το ύψος της το ξεπερνούσε μόνο η κορυφή ενός μακρινού καμπαναριού, στεκόντουσαν οι δυο τους μπροστά από μια σιδερένια πόρτα. Ο καγκελωτός φράχτης γύρω της έσβηνε δεξιά κι αριστερά μες στην ασάφεια.
Στην αρχή δεν έκαναν πολλά, παρά την αγωνία τους. Την περιεργάστηκαν και είδαν πως δεν είχε κάποιο χερούλι ή κλειδαριά, ούτε κάποιο εμφανή τρόπο να την παραβιάσουν. Ήταν βαριά και στιβαρή, και κάπως υγρή στο άγγιγμα.
Την δοκίμασαν ελαφρά μα δεν τραντάχτηκε στο παραμικρό.
Ήταν η καμπάνα που ακούστηκε στο βάθος και που έδειξε πως σαφώς είχαν αργήσει, και τους έκανε να βιάσουν τις κινήσεις τους ταραγμένοι. Χτύπησαν την πόρτα με την γροθιά τους και μετά πιο επίμονα, αλλά αυτή παρέμενε κλειστή.
Καθώς φαινόταν πως η ομίχλη πίσω τους έσφιγγε και τους πλησίαζε, έπεσαν και οι δύο μαζί με τους ώμους πάνω στην σιδερένια πόρτα, μετά με όλο το σώμα και στο τέλος, πάνω στην απελπισία τους, με το κεφάλι.
Την χτυπούσαν αγνοώντας ο ένας την παρουσία του άλλου, αφού ήταν από τις αντίθετες πλευρές της πόρτας, μέχρι που, καθώς ο ένας προσπαθούσε να βγει και ο άλλος να μπει, η ομίχλη τους σκέπασε τελείως.

Το κέρμα

«Πόσα θα έδινες για ένα τέτοιο κέρμα;» με ρώτησε. Ούτε φράγκο, του είπα, και του ζήτησα να μην κάνει θόρυβο, ήταν μια κρίσιμη στιγμή. Ήμουν αρκετά ανήσυχος και είχα ιδρώσει και λίγο, μα αφουγκράστηκα το σκοτάδι στο δωμάτιο και η αναπνοή μου ήταν εξαιρετικά σιγανή. Η σιωπή ήταν τεντωμένη, την κρατούσα με τα δόντια. Κατάφερα ακόμα δυο βήματα περπατώντας στα νύχια των ποδιών, αργά, ψηλαφίζοντας στα μουλωχτά τα έπιπλα.
«Λοιπόν;» επέμεινε και με ξαναρώτησε, και δεν ξέρω τι του ήρθε τέτοια ώρα να με ρωτάει τέτοιο πράγμα. Τι αξία είχε ένα συνηθισμένο κέρμα πενήντα λεπτών, μόνο για ρέστα φτιάχτηκε, δεν του δίνω τίποτα του είπα, με νοήματα φυσικά, μη μας ακούσουν. Του χάριζα κι άλλο ένα αν ήθελε, αφού δεν αγόραζα τίποτα με δαύτο. Και στράφηκα πάλι στην δουλειά μου.
«Ανόητε», μου είπε πικραμένα, «δεν έχω καμία αξία για σένα, αξίζεις την προδοσία μου». Και γλυστρώντας από το χέρι μου τελεσίδικα, το κέρμα σταμάτησε να μιλάει κι έπεσε στο πάτωμα, από ύψος ενός περίπου μέτρου.
Χτύπησε με μεταλλικό κρότο στα γυμνά πλακάκια και τράβηξε προς τα μέσα τρέχοντας, κουδουνίζοντας σε κάθε γκέλα που έκανε όσο εγώ το κυνηγούσα τρομοκρατημένος για να το σωπάσω. Κατέληξε να περιστρέφεται σαν σβούρα κάτω από ένα καναπέ, σε ένα σημείο που δεν μπορούσα να το φτάσω, αφήνοντας έναν απαίσιο, συνεχή θόρυβο, που τα μαρτύρησε όλα σε όσους ξύπνησε, το δικό τους πια, πολύτιμο τους κέρμα.

Στο παγκάκι που έκατσε

Κάθησε σε ένα παγκάκι μέσα σε ένα μικρό πάρκο, ευδιάθετος που επιτέλους μπορούσε να χαλαρώσει.
Και βλέποντας τριγύρω τα παιδιά που έπαιζαν θυμήθηκε τα δικά του. Την αλάνα που έπαιζε ποδόσφαιρο μικρός, το σχολείο, τις πλάκες, τις φρέσκες μέρες και τις δροσερές διακοπές. Και ο νους του έπειτα κάλεσε τις σπουδές, τους έρωτες, τον στρατό, το απολυτήριο, την πρώτη δουλειά. Χρόνια γεμάτα αναμνήσεις, γεμάτα αξία. Προστέθηκε κι ο γάμος, τα παιδιά, οι κουμπαριές. Ήρθε και η προαγωγή και είχε πια ό,τι είχε ζητήσει, σχετικά νωρίς στην ζωή του. Ήταν δίκαιο λοιπόν να καθίσει σε αυτό το πάρκο για λίγο, να πάρει μια ανάσα και να ξεκουραστεί πριν συνεχίσει. Γιατί είχε ακόμα πολλά να κάνει, υπήρχαν ακόμα πολλές αναμνήσεις μπροστά του.
Και κάποια στιγμή κοίταξε το ρολόι του. Και διαπίστωσε έντρομος πως, από την στιγμή που έκατσε στο παγκάκι να ξεκουραστεί μέχρι τη στιγμή που κοίταξε την ώρα, είχαν περάσει είκοσι πέντε χρόνια.

Χριστουγεννιάτικο καράβι

Χριστούγεννα, λευκή συννεφιά και κρύο. Δεν είχε πέσει χιόνι ακόμα.
Αυτός ανηφόριζε στον παγωμένο δρόμο τυλιγμένος στο παλτό του, χαζεύοντας τις στολισμένες βιτρίνες με τα δώρα και σκεπτόμενος αν είχε διαλέξει τα σωστά. Σταμάτησε όμως μπροστά σε μια βιτρίνα γιατί είδε ένα μπουκάλι με ένα καράβι μέσα, ίδιο με κείνο το παλιό πολεμικό που είχε δει κάποτε στον κόλπο της Τυνησίας, και που του είχε κάνει τόση εντύπωση.
Παροπλισμένο αλλά καλοβαμμένο, τουριστικό πια, ταξίδευε μέσα στον στενό κόλπο με την ξεπεσμένη περηφάνια της μνήμης. Το είχε δει από ψηλά, από τα ερείπια ενός εξίσου παλιού φρουρίου, να χαράζει μικρές ρότες και επαναλαμβανόμενους κύκλους. Δεν του έβρισκε ψεγάδι, ήταν πιο προσεγμένο από τις ένδοξες εποχές του.

Ο συγγραφέας

Κάποια μέρα αποφάσισε να γίνει συγγραφέας. Προήλθε από μια εσωτερική παρόρμηση κι από την πεποίθηση πως όσες επαναστάσεις και να κάνουν στην ζωή τους οι άνθρωποι, δύο είναι οι πραγματικά σημαντικές. Αυτή που κάνουν σαν έφηβοι γιατί δεν ξέρουν ακόμα πως να ζήσουν και αυτή που κάνουν σαν ενήλικες για τον τρόπο που τελικά έζησαν. Κι αν η πρώτη επανάσταση γίνεται με μία λίγο άναρχη και ακαθόριστη μορφή, η δεύτερη είναι θέμα επιλογής και προσωπικού γούστου. Έτσι λοιπόν, έκατσε στο γραφείο του, φροντίζοντας ώστε από το παράθυρο να πέφτει το φως του ήλιου στα γραπτά του, για τις στιγμές που αυτός θα έχανε την έμπνευση του. Πήρε χαρτί και μολύβι και με τον ενθουσιασμό του νεοφώτιστου στρώθηκε στην δουλειά.

Πράσινη θάλασσα

Ήταν νωρίς το απόγευμα αλλά ο ήλιος είχε κατέβει περισσότερο από το συνηθισμένο. Πλησίαζε γρήγορα προς την δύση του, λες και όλο το χωριό είχε γύρει κι αυτός κυλούσε σαν μπάλα επάνω του. Άλλη κίνηση τριγύρω δεν φαινόταν γιατί υπήρχε μια καλοκαιρινή άπνοια στον οικισμό, παρόλο που ήταν τέλη άνοιξης ακόμα. Ο αέρας ήταν δροσερός αλλά παράξενα στάσιμος, τα δέντρα τριγύρω παγωμένα σε περίεργες στάσεις και μπορούσες να κατεβάσεις τις ακινητοποιημένες μυρωδιές των λουλουδιών και του θυμαριού από γύρω σου, όπως θα τις κατέβαζες κι από ένα ράφι με εμπορεύματα.
Εκτός από τον ήλιο, μόνο το ασημί αυτοκίνητο μαρτυρούσε την ροή του χρόνου, καθώς διέσχιζε αργά ένα μικρό χωμάτινο δρομάκι ανάμεσα σε στριμωγμένες αυλές και πεζούλια. Ο οδηγός του, ο Νίκος, ακούγοντας μια ανάλαφρη μουσική από το ραδιόφωνο, παρατηρούσε τα παλιά αλλά και τα νεόχτιστα σπίτια που τίποτα γραφικό δεν είχαν. Σε μερικές κεραμοσκεπές διακρίνονταν και δορυφορικά πιάτα, ωστόσο, τόσες φορές που είχε ανέβει σε αυτό το χωριό, γνώριζε καλά πως οι εκσυγχρονιστικές πινελιές είχαν απλά βάψει μια παραδοσιακή καρδιά που χτυπούσε ακόμα, έστω κι από έθιμο.