(Δεύτερο βραβείο καλύτερης νουβέλας στον ετήσιο διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών)
Εντάξει, δεν ήταν και η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, ήταν μόνο μια τοπική δανειστική. Αλλά αυτό δεν εμπόδιζε την βιβλιοφάγο καρδιά μου να σκιρτά με τον πιο βιβλιοφάγο τρόπο κάθε φορά που βρισκόμουν ανάμεσα στα βιβλία της. Συγκεντρωμένα ανά συγγραφέα και ανά χώρα, παραταγμένα σε δεκάδες ράφια, το πλήθος τους μου προκαλούσε ένα δέος που μόνο οι βιβλιοφάγοι μπορούν να νιώσουν.
Τον χειμώνα προτιμούσα τα πιο δύσκολα βιβλία, αυτά που προβληματίζουν ή η γραφή τους απαιτούσε συγκέντρωση και νοητική διαύγεια. Αν και κάποιες φορές ήταν δοκίμια, τις περισσότερες φορές ήταν μυθιστορήματα, κυρίως της κλασσικής λογοτεχνίας. Το βιβλίο πάντως που διάλεξα εκείνο το πρωινό, τέλη Αυγούστου, δεν άνηκε σε αυτήν την κατηγορία. Δεν σκόπευα να διαβάσω κάποιο κλασσικό μυθιστόρημα ή κάποιο βιβλίο που θα απαιτούσε την πλήρη μου αφοσίωση. Ήταν ακόμα καλοκαίρι, και το μόνο που επιδιώκω τους θερινούς μήνες από την λογοτεχνία είναι να με συνεπάρει σε έναν φανταστικό κόσμο χωρίς πολλά πολλά. Μια απλή και ανάλαφρη ψυχαγωγία, χωρίς μηνύματα ή βαθυστόχαστους συνειρμούς. Από αυτά τα βιβλία που όπως λέει ο Κούντερα ‘τα διαβάζεις ευχάριστα το πρωί και τα πετάς ευχάριστα το βράδυ’. Και που πολλές φορές αποδεικνύονται τόσο απολαυστικά όσο και το ‘βρώμικο’ που τρως στο γήπεδο.